ΑΡΧΕΙΟ ΤΕΥΧΩΝ

2006

Τεύχος 6

Φάκελοι: Φινλανδική εκπαίδευση – εκπαιδευτική μεταρρύθμιση

"Μπορούμε να αντλήσουμε πρακτικής χρησιμότητας γνώσεις από τη μελέτη των ξένων εκπαιδευτικών συστημάτων;» Η Φινλανδία και το μοντέλο της PISA"

Reijo Raivola

         

2006

Τεύχος 6

Φάκελοι: Φινλανδική εκπαίδευση – εκπαιδευτική μεταρρύθμιση

"Μπορούμε να αντλήσουμε πρακτικής χρησιμότητας γνώσεις από τη μελέτη των ξένων εκπαιδευτικών συστημάτων;» Η Φινλανδία και το μοντέλο της PISA"

Reijo Raivola

Περίληψη

Η κλασσική για τη Συγκριτική Εκπαίδευση ρήση του Sadler ότι «όσα συμβαίνουν εκτός σχολείου έχουν μεγαλύτερη σημασία, διέπουν και εξηγούν αυτά που συμβαίνουν μέσα στο σχολείο» μπορεί να αποτελέσει μια χρήσιμη υπενθύμιση στους πολιτικούς που βιάστηκαν να εξαγάγουν εύκολα συμπεράσματα από τις υψηλές επιδόσεις χωρών, όπως η Φινλανδία, στο διεθνή μαθητικό διαγωνισμό PISA του ΟΟΣΑ.
Οι επιδόσεις της Φινλανδίας στην έρευνα PISA για τον αναγνωστικό αλφαβητισμό ήταν πράγματι αξιοθαύμαστες. Όχι μόνο λόγω της υψηλής θέσης που κατέλαβε στην κατάταξη των χωρών που συμμετείχαν, αλλά και γιατί η απόσταση μεταξύ των υψηλότερων και των χαμηλότερων βαθμολογιών των φινλανδών μαθητών ήταν από τις μικρότερες, ενισχύοντας με τον τρόπο αυτό τα επιχειρήματα όσων υποστηρίζουν ότι η (εκπαιδευτική) ποιότητα και η (κοινωνική) ισότητα δεν είναι απαραίτητα ασύμβατες έννοιες.
Τα αποτελέσματα του PISA διαφέρουν σημαντικά από εκείνα αντίστοιχων διαγωνισμών της ΙΕΑ των τελευταίων 40 χρόνων, στους οποίους η Φινλανδία δεν κατέκτησε ποτέ υψηλές θέσεις. Οι δύο έρευνες ακολουθούν διαφορετικές προσεγγίσεις. Το PISA αντιλαμβάνεται το συγκείμενο της εκπαίδευσης μάλλον περιοριστικά. Δε λαμβάνει επαρκώς υπόψη του παράγοντες όπως η ιστορία και η παράδοση, η πολιτισμική και γλωσσική ομοιογένεια μιας χώρας και οι αντιλήψεις των ποικίλων ομάδων συμφερόντων για το ζητούμενο από την εκπαίδευση. Στοιχεία που προσδιορίζουν τις προσδοκίες που κάθε εθνική κουλτούρα έχει από τα σχολεία της και που η ανάλυσή τους μπορεί να εξηγήσει διαφορετικά την υψηλή απόδοση των φινλανδών μαθητών.
Τα αποτελέσματα του PISA έδειξαν ότι οι φινλανδοί μαθητές αφιερώνουν μεγάλο μέρος του χρόνου τους στο διάβασμα (βιβλίων, εφημερίδων, περιοδικών, ιστοσελίδων κτλ), ενώ στην τάση αυτή δρα ενισχυτικά το ευρύ δίκτυο των δημοτικών βιβλιοθηκών. Σύμφωνα με τους ερευνητές του PISA είναι το σχολείο που έχει καταφέρει να διεγείρει το αναγνωστικό ενδιαφέρον, ένα συμπέρασμα ωστόσο ιδιαίτερα μονομερές.
Μια ανασκόπηση της φινλανδικής πολιτικής και θρησκευτικής ιστορίας μπορεί να ερμηνεύσει πιο σύνθετα τη σχέση Φινλανδών και ανάγνωσης. Η χώρα υπήρξε για εκατοντάδες χρόνια υπό τη σουηδική και ρωσική κυριαρχία, με επίσημη γλώσσα της εκπαίδευσης άλλη από τα φινλανδικά, και μόλις περί το τέλος του 19ου αιώνα τα σχολεία που χρησιμοποιούσαν τη φινλανδική γλώσσα αποτέλεσαν την πλειονότητα στη χώρα. Ο εθνικός αγώνας –πολιτικός, οικονομικός αλλά και πολιτισμικός– εναντίον της ξένης κατοχής ταυτίστηκε εν πολλοίς και με τη διεκδίκηση του δικαιώματος γνώσης και χρήσης της μητρικής γλώσσας.
Από την άλλη, οι ιδέες της θρησκευτικής μεταρρύθμισης είχαν ιδιαίτερα ισχυρή απήχηση στη Φινλανδία και η άποψη του Λουθήρου, ότι κάθε χριστιανός όφειλε να είναι σε θέση να διαβάζει τις Γραφές, οδήγησε στην πράξη στην υποχρέωση των πολιτών να μαθαίνουν την εθνική γλώσσα. Έτσι, οι εθνικοί αγώνες και η λουθηρανική εκκλησία συνέτειναν στη δημιουργία μιας ισχυρής αναγνωστικής κουλτούρας σε μια ιδιαίτερα αραιοκατοικημένη χώρα, με εκ των πραγμάτων σπάνιες κοινωνικές εκδηλώσεις.
Το ίδιο ισχύει στο θέμα της ισότητας και της δημοκρατίας στα σχολεία. Στις σκανδιναβικές χώρες οι αρχές της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης έχουν μακρά παράδοση. Η χωρίς παρελθόν δουλείας Φινλανδία ήταν από τις πρώτες χώρες στον κόσμο που αναγνώρισε δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες, ενώ υιοθέτησε από πολύ νωρίς τη μικτή εκπαίδευση αγοριών και κοριτσιών. Οι επιθεωρήσεις στα σχολεία καταργήθηκαν από το 1980 και οι εκπαιδευτικοί όλων των βαθμίδων αντιμετωπίζονταν από την αρχή ως επαγγελματίες υψηλού κύρους, απολαμβάνοντας κατάρτιση πανεπιστημιακής επιπέδου.
Η έρευνα PISA φαίνεται ότι ξεχνά ότι τα εθνικά συστήματα εκπαίδευσης αποτελούν ετερογενείς και πολυπαραγοντικές συσσωματώσεις διαφορετικού τύπου αξιών και προσδοκιών και εξάγει τα συμπεράσματά της αγνοώντας το πολιτισμικό συγκείμενο. Συγκρίνοντάς τη με το διαγωνισμό της ΙΕΑ, η προσέγγισή της είναι περισσότερο «πολιτική», σε σχέση με την κλασική «παιδαγωγική» της ΙΕΑ. Και, παρότι οι ειδήμονες του ΟΟΣΑ αρνούνται ότι έχουν τέτοιες προθέσεις, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι το «σύστημα αξιών» που το PISA επιβραβεύει μοιάζει να αποτελεί πρότυπο για πολλές εθνικές κυβερνήσεις αλλά και την ίδια την ΕΕ.
Το φινλανδικό σύστημα έχει, όπως όλα άλλωστε, τις αδυναμίες του: Μαθητές που δυσανασχετούν με το σχολείο, αδικαιολόγητες απουσίες και φαινόμενα βίας, εκπαιδευτικοί που διαμαρτύρονται για τις αυξανόμενες υποχρεώσεις και τους χαμηλούς μισθούς τους, πρόγραμμα που υποτιμά τη δημιουργικότητα και την κοινωνική ενσωμάτωση κ.ο.κ. Ως εκ τούτου, το φινλανδικό σχολείο δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να θεωρηθεί ένα είδος οικουμενικού μοντέλου. Η χωρίς προκαταλήψεις επιστημονική ανάλυσή του είναι δυνατόν να προσφέρει ιδέες για την καλύτερη κατανόηση ή και τη βελτίωση πτυχών της εκπαίδευσής άλλων χωρών –κάτι βέβαια που ισχύει και αντιστρόφως