ΑΡΧΕΙΟ ΤΕΥΧΩΝ

2005

Τεύχος 5

"Accountability or Accountancy? Governance and University Evaluation Systems in an Era of Performativity"

Anthony Welch

         

2005

Τεύχος 5

"Accountability or Accountancy? Governance and University Evaluation Systems in an Era of Performativity"

Anthony Welch

Περίληψη

Επισημαίνοντας τις σημαντικές μεταβολές που έχουν παρατηρηθεί τα τελευταία χρόνια διεθνώς σε παραδοσιακούς χώρους δημόσιας ευθύνης, το άρθρο αναζητά κατ’ αρχάς τις επιπτώσεις που αυτές έχουν στην αντιμετώπιση των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης από τις κρατικές/ κυβερνητικές αρχές. Πιο συγκεκριμένα, εστιάζει στη σταδιακή μεταλλαγή του κράτους από παροχέα σε καταναλωτή υπηρεσιών με τη προοδευτική απόσυρση του Δημοσίου από χώρους ευθύνης, όπως η υγεία και η εκπαίδευση, σε μεγάλο μέρος του σύγχρονου κόσμου (όχι μόνο σε «αγγλοαμερικανικού» τύπου δημοκρατίες, αλλά και σε πρώην κομμουνιστικές χώρες και μεγάλα τμήματα του αναπτυσσόμενου κόσμου). Η εξέλιξη αυτή έχει εισάγει στους χώρους αυτούς κανόνες, νόρμες και όρους («παραγωγικότητα», «αποδοτικότητα», «πελάτες») που μέχρι πρότινος συναντιόταν μόνο στον κόσμο των επιχειρήσεων. Η δημιουργία τέτοιων «οιονεί αγορών» εντός του δημόσιου τομέα συνδυάζεται με α) μια μείωση και β) μια αυξημένη επιλεκτικότητα των κρατικών χρηματοδοτήσεων. Ο έλεγχος των τελευταίων από το κράτος αποτελεί έναν λιγότερο εμφανή, αλλά εξίσου αποτελεσματικό τρόπο παρέμβασης στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα μέσω της λεγόμενης «καθοδήγησης από απόσταση» (‘steering from a distance’- Marceau 1993, Kleeman 2003). Για τα πανεπιστήμια, που, σε μια εποχή μεγάλης μαζικοποίησης και ετερογένειας του φοιτητικού δυναμικού, καλούνται να «καταφέρουν όλο και περισσότερα με όλο και λιγότερα», οι νέες συνθήκες επιφέρουν αυξημένο ανταγωνισμό για την προσέλκυση φοιτητών, οικονομικών πόρων και ακαδημαϊκού προσωπικού. Εδώ, σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν οι διαδικασίες αξιολόγησης της ποιότητας των πανεπιστημίων, που είναι καθοριστικές για την κατάταξή τους στους δημοσιοποιούμενους από διεθνείς οργανισμούς και εθνικές κυβερνήσεις αξιολογικούς.
Στόχος του άρθρου είναι να εξετάσει τις αλλαγές στις οποίες οδηγούνται τα πανεπιστήμια στην Αυστραλία λόγω των σύγχρονων τρόπων αξιολόγησής τους από το κράτος. Στην ανάλυσή του ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι προκύπτουν αξιοσημείωτες ανακολουθίες μεταξύ των στόχων που τίθενται και των αποτελεσμάτων που προκύπτουν σε δύο κυρίως κατευθύνσεις: Πρώτον, οι στόχοι της διασφάλισης ποιότητας, αποδοτικότητας και απόδοσης (performativity) συχνά οδηγούν στην πράξη στα αντίθετα των επιδιωκομένων αποτελεσμάτων. Και δεύτερον, η κρατική «καθοδήγηση από απόσταση», παρά τη διακηρυσσόμενη στόχευσή της στην ενίσχυση της θεσμικής αυτονομίας της ανωτάτης εκπαίδευσης, καταλήγει μάλλον σε στενότερο έλεγχο και διόγκωση των απαιτήσεων από αυτήν.
Ο Welch ανατρέχει στις απαρχές της ανώτατης εκπαίδευσης της Αυστραλίας, στα μέσα του 19ου αιώνα, όταν, ακολουθώντας το πρότυπο του “Oxbridge”, η αντίστοιχη «αξιολόγηση» των πανεπιστημίων ήταν έργο της ίδιας της ακαδημαϊκής κοινότητας, χωρίς κανένα συστηματικό ή επίσημο χαρακτήρα.
Αντίθετα, με το μοντέλο που έχει διαμορφωθεί σήμερα, τα πανεπιστήμια υπόκεινται τόσο σε εσωτερική (με τη συγκέντρωση εγγράφων και τη σύνταξη εκθέσεων) όσο και εξωτερική αξιολόγηση. Η τελευταία είναι από το 2000 έργο της Australian Universities Quality Agency, η οποία δημοσιεύει τα αποτελέσματα των αξιολογήσεων σε εκθέσεις που αποτιμούν την κάλυψη προκαθορισμένων δεικτών και standards ποιότητας. Κάθε πανεπιστήμιο υποχρεούται να καταρτίζει ετήσια Σχέδια Διασφάλισης και Βελτίωσης της Ποιότητας, με πληροφορίες για τις επιδόσεις του στη διδασκαλία και την έρευνα. Τα Σχέδια και οι εκθέσεις τίθενται υπό την κρίση επιτροπών, που, στην περίπτωση τμημάτων με σαφή επαγγελματική προοπτική (όπως π.χ. των Μηχανικών ή των Φαρμακοποιών), στελεχώνονται από επιφανείς προσωπικότητες των αντίστοιχων επαγγελματικών κλάδων. Όσα από τα τμήματα παρουσιάσουν ανεπαρκή αποτελέσματα διακινδυνεύουν την επαγγελματική τους διαπίστευση, ενδεχόμενο που είναι επόμενο να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη από το πληττόμενο τμήμα, αφού απειλεί την «απασχολησιμότητα» των αποφοίτων του, κατά συνέπεια το κύρος και εντέλει την ίδια τη βιωσιμότητά του. Με τον τρόπο αυτό, τα αποτελέσματα των αξιολογήσεων λειτουργούν ως μέσο στενότερης πρόσδεσης των πανεπιστημίων στους κυβερνητικούς σχεδιασμούς και προτεραιότητες.
Όσον αφορά τις διαδικασίες αξιολόγησης/ συμμόρφωσης στις νόρμες καθαυτές, το άρθρο επικαλείται έρευνες στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι οποίες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το κόστος τους (οικονομικό, ανθρώπινης ενέργειας και εκτροπής των ακαδημαϊκών από τα κύρια καθήκοντά τους) είναι πλέον τέτοιου ύψους, ώστε να υπερβαίνει τα όποια οφέλη· μια πραγματικότητα που ο συγγραφέας θεωρεί ότι αντανακλά και την κατάσταση των αυστραλιανών πανεπιστημίων.
Αναφερόμενος στο ίδιο το περιεχόμενο της αποδοτικότητας, ο Welch θεωρεί ότι αυτή υποκρύπτει το στόχο της μείωσης του κόστους, την «επαγγελματικοποίηση» των προγραμμάτων σπουδών και την τάση εισαγωγής επιχειρηματικών αρχών και ήθους στα δημόσια εκπαιδευτικά ιδρύματα, ιδιαίτερα μάλιστα σε περιόδους που η ανερχόμενη ζήτηση και οι υψηλές προσδοκίες για την εκπαίδευση προσθέτουν δυσβάσταχτα βάρη στον κρατικό προϋπολογισμό. Σε περισσότερο θεωρητικό επίπεδο, ο συγγραφέας, ανατρέχοντας στον Habermas, προσάπτει στην επικρατούσα αντίληψη περί απόδοσης/ αποδοτικότητας έναν υποβόσκοντα οικονομισμό και μια διάθεση παραμερισμού της ηθικής διάστασης στην αντιμετώπιση των κοινωνικών ζητημάτων.