ΤΕΥΧΟΣ 1

ΤΕΥΧΟΣ 1

ΤΕΥΧΟΣ 1

Φθινόπωρο 2003

EDITORIAL

Ανδρέας Καζαμίας, Δημήτρης Ματθαίου

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Στη μελέτη αυτή θα προσπαθήσουμε να υποστηρίξουμε τη θέση ότι ο νεόκοσμος της Παγκοσμιοποίησης που ξετυλίγεται μπροστά μας περικλείει ευκαιρίες αλλά και σοβαρούς κινδύνους. Για να συμμετάσχουν αποτελεσματικά στο διεθνή ανταγωνισμό που επιβάλλει η Παγκοσμιοποίηση, στην «αγοραία» παγκόσμια καπιταλιστική της μορφή, τα έθνη-κράτη, οι «Eθνοπόλεις», όπως τα αποκαλούμε, και η Ευρωπαϊκή Ένωση, καλούνται, αναγκάζονται μπορεί να πει κανείς, να προσαρμόσουν την παιδεία στις απαιτήσεις/ ανάγκες της νέας Kοσμόπολης με μια «αγοραία» και εργαλειακή/ ινστρουμενταλιστική εκπαίδευση και τεχνογνωσία. Υποστηρίζουμε ότι τέτοιου είδους εκπαίδευση μπορεί μεν να συμβάλει στην οικονομική ανάπτυξη, σε ένα «πλούσιο βίο», στο «ζην» και στην «κοινωνία της γνώσης», περικλείει όμως σοβαρούς κινδύνους, όπως:

α) Τον κίνδυνο της συρρίκνωσης και την υποβάθμιση της Δημόσιας Παιδείας προς όφελος της Ιδιωτικής Εκπαίδευσης και επομένως τη συρρίκνωση του δημόσιου χώρου και την ενίσχυση ενός «κτητικού ατομικισμού» και ατομοκεντρικού καταναλωτισμού.
β) Τον κίνδυνο της περαιτέρω «αποεπαγγελματοποίησης» και συρρίκνωσης της αυτονομίας καθώς και της μορφωτικής-παιδαγωγικής αποστολής του Εκπαιδευτικού.
γ) τον κίνδυνο της «θυσίας» της ΠΑΙΔΕΙΑΣ, με την ελληνική έννοια του όρου και ιδιαίτερα της «ανθρωπιστικής παιδείας» στο βωμό της ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ και ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ, και κατ’ επέκταση τη διάβρωση του εξανθρωπιστικού ρόλου του σχολείου, του Πανεπιστημίου και της γνώσης.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Άγγλος κοινωνιολόγος Stephen Ball “η προώθηση της παιδείας του ανθρώπου, του ουμανισμού (humanism) είναι ήσσονος σημασίας από την προώθηση της αποτελεσματικής εκπαίδευσης”. Ιδιαίτερα στο χώρο του Πανεπιστημίου, ο νεόκοσμος της παγκοσμιοποίησης δίνει μεγαλύτερη έμφαση στον εργαλειακό ορθολογισμό (instrumental rationality) και στην παραγωγικότητα (performativitiy) και θέτει σε κίνδυνο τον παραδοσιακό “λιμπεραλιστικό/ φιλελεύθερο ουμανιστικό κανόνα παιδείας”.

Στο δεύτερο και συντομότερο μέρος, θα αναφερθούμε στις προκλήσεις και τους προβληματισμούς για το Ελληνικό έθνος-κράτος, στην Ελληνική Εθνόπολη, που προκύπτουν ή θα προκύψουν από την αντιμετώπιση των προκλήσεων του νεόκοσμου της Παγκοσμιοποίησης. Οι αρνητικές και απάνθρωπες επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης επισημαίνονται και στα άλλα κείμενα πάνω σ΄ αυτό το θέμα που έχουν δει το φως της δημοσιότητας και στην Ελλάδα. Και σ’ αυτό το μέρος της μελέτης γίνεται αναφορά στον κίνδυνο της θυσίας της παιδείας, με την ευρύτερη έννοια του όρου, και ιδιαίτερα της “ανθρωπιστικής, ουμανιστικής παιδείας” στο βωμό της εκπαίδευσης/ κατάρτισης και έκκληση για τη διαμόρφωση και την προώθηση μιας νέας ανθρωπιστικής (νεοουμανιστικής) παιδείας όπως πριν χρόνια την είχε οραματισθεί ο νεοέλληνας εκπαιδευτικός-διανοητής Ευάγγελος Παπανούτσος.

Όλο και πιο συχνά υποστηρίζεται ότι οι εκτεταμένες και ριζοσπαστικές αλλαγές στην εποχή της ύστερης νεωτερικότητας που διανύουμε υπαγορεύουν εξ ίσου σημαντικές αλλαγές στο Πανεπιστήμιο. Στο παρόν άρθρο υποστηρίζεται ότι στη θέση αυτή οι αλλαγές χρησιμοποιούνται στην πραγματικότητα ως δικαιολογία προκειμένου να νομιμοποιηθεί η μετεξέλιξη του Πανεπιστημίου προς ορισμένη κατεύθυνση –νεοφιλελεύθερου προσανατολισμού– και ότι χρησιμοποιούνται προς τούτο δύο συγκεκριμένες μεθοδεύσεις χειραγώγησης.
Αφετηρία και θεμέλιο της πρώτης αποτελεί η επιλογή ενός συγκεκριμένου τρόπου ανάγνωσης της πραγματικότητας ως αυτόχρημα μοναδικού και η εν συνεχεία ταύτισή του με την ίδια την πραγματικότητα. Συμπληρωματική προς την πρώτη είναι η μεθόδευση του “ερμηνευτικού εξωραϊσμού”, η οποία έρχεται να απαμβλύνει τα οχληρά σημεία της συγκεκριμένης ανάγνωσης, να υποβαθμίσει τις κακόσημες πτυχές της λογικής της, να χαμηλώσει τους τόνους της διατύπωσης, να ρετουσάρει κοντολογίς με ερμηνευτικές παρεμβάσεις τη συνολική εικόνα που προκύπτει από τη μονοσήμαντη ανάγνωση. Η αναλυτική μελέτη της διατύπωσης της Διακήρυξης της Μπολόνια που ακολουθεί αποκαλύπτει το χαρακτήρα των παραπάνω μεθοδεύσεων.
Τέλος, διερευνάται η αποτελεσματικότητα των μεθοδεύσεων χειραγώγησης της μετεξέλιξης του Πανεπιστημίου στην Ελληνική περίπτωση, με αναφορά στον τρόπο με τον οποίο η Ελληνική ακαδημαϊκή κοινότητα αντέδρασε στο σκεπτικό της Διακήρυξης και στην επιχειρηματολογία που χρησιμοποιήθηκε για να διασφαλιστεί η συναίνεσή της.

Η αγωγή του πολίτη – ως αντικείμενο διδασκαλίας αλλά και ως διαδικασία κοινωνικής μάθησης στο σχολείο – δέχεται σήμερα τις πολλαπλές επιπτώσεις της μεταδιπολικής εποχής και με την έννοια αυτή διανύει μια περίοδο αναζήτησης μιας νέας ταυτότητας και βρίσκεται σε μια φάση επαναπροσανατολισμού. Το πρόβλημα με τη μέχρι τώρα καθιερωμένη λειτουργία του μαθήματος εμφανίζεται διπλό: αφορά τόσο τη γνωστική, όσο και την κανονιστική του διάσταση. Σε σχέση με την πρώτη, το μάθημα αντιμετωπίζει την ρευστότητα των δομών σε επίπεδο εθνικού κράτους αλλά και οικουμένης, λόγω των διαρκών μεταβολών τις οποίες υφίσταται το εθνικό κράτος ως συστατικό στοιχείο της διεθνούς σκηνής, αλλά και εξ αιτίας των – de facto ή de lege – αλλαγών στο επίπεδο των διεθνών οργανισμών. Σε σχέση με τη δεύτερη διάσταση, προκύπτει εκ των πραγμάτων η ανάγκη για αλλαγή “παραδείγματος” μέσα από το οποίο ερμηνεύονται συμπεριφορές των εθνικών κρατών και των διεθνών οργανισμών. Στην εν λόγω ανάγκη δεν έχουν μέχρι στιγμής ανταποκριθεί επισήμως οι εκπαιδευτικοί οργανισμοί των εθνικών κρατών. Η αναντιστοιχία ανάμεσα στην πολιτική πραγματικότητα και την επιχειρούμενη μέσω ενός ξεπερασμένου από τη ροή των γεγονότων της τελευταίας δεκαετίας μοντέλου κοινωνικοποίησης του πολίτη, θέτει τον εκπαιδευτικό μπροστά σε δύσκολα έως ανυπέρβλητα διλήμματα αξιοπιστίας. Πώς οι εκπαιδευτικοί διαχειρίζονται τα διλήμματα αυτά θα μπορέσουμε να το μάθουμε μέσα από εμπειρικές έρευνες, όταν αυτές πραγματοποιηθούν.

Στο πρώτο μέρος της εργασίας εξετάζεται, αν η σύγκριση αποτελεί τη βασική λογική λει­τουργία στην τεκμηρίωση γνωστι­κών ισχυρισμών γενικά. Για παράδειγμα, η υπόθεση «εάν p, τότε και μόνον τότε q» συνεπάγεται λογικά ότι δεν υπάρχει καμία περίπτωση, η οποία πληροί τη συνθήκη q χωρίς να πληροί και τη συνθήκη p. Η p είναι αναγκαία και επαρκής προϋπό­θεση της q. Ο έλεγχος αυτής της υπόθεσης πραγματοποιείται με τη συστηματική σύγκριση των περιπτώσεων που πληρούν την συνθήκη p με εκείνες που δεν πληρούν την p, ώστε να διαπιστωθεί αν οι πρώτες – και μόνο οι πρώτες – πληρούν και τη συνθήκη q. Στο δεύτερο μέρος αναλύονται κριτικά οι θέσεις των φαινομενολόγων και των «εθνομεθοδολό­γων» όσον αφορά την υποτιθέμενη «μοναδικότητα» του κάθε πολιτισμού, η οποία, κατά τους ισχυρι­σμούς, δεν επιτρέπει τη σύγκρισή διαφορετικών πολιτισμών με γενικές κατηγορίες, ώστε η λογική συνέπεια αυτής της θεώρησης είναι ο πολιτιστικός σχετικισμός. Στο τρίτο μέρος γίνεται ανα­φορά σε συγ­κριτικές έρευνες της Κοινωνιο­λογίας, οι οποίες ακολουθώντας την παράδοση των μεγάλων κλασσικών της Κοινωνιολογίας εφαρμόζουν στη σύγκριση των κοινωνιών γενικές κατηγορίες για να οικοδομήσουν καθολικές θεω­ρίες. Αναφορά γίνεται εδώ στο παράδειγμα της μακροκοινωνιολογικής θεωρίας του Μαρξ, σύμφωνα με την οποία όσο υψηλότερος είναι ο βαθμός της καπιταλιστικής ανάπτυξης μιας κοινωνίας τόσο υψηλότερος είναι και ο βαθμός της προλεταριοποίησης. Αυτή η νομοτελειακή πρόταση (ανε­ξάρτητα από το γεγονός ότι δεν επιβε­βαιώθηκε εμπειρικά) διατυπώ­νεται στην ορολογία των γενικών κατηγοριών «καπιταλιστική» και «προλεταριο­ποίη­ση», τις οποίες ο Μαρξ εφαρμόζει καθο­λι­κά σε όλες τις κοινωνίες.

Η μελέτη παρουσιάζει τον τρόπο αναγνώρισης τίτλων σπουδών και επαγγελματικών προσόντων που αποκτήθηκαν στην αλλοδαπή σε έντεκα Ευρωπαϊκές χώρες, στην Αυστραλία, ΗΠΑ και Καναδά. Όσον αφορά τα επαγγελματικά προσόντα, στις περισσότερες χώρες η αναγνώριση γίνεται από τα επαγγελματικά σωματεία καις τους εργοδότες. Όσον αφορά τους ακαδημαϊκούς τίτλους, στις περισσότερες χώρες αποφασίζουν τα πανεπιστήμια. Εκτός φυσικά από την Ελλάδα όπου αποφασίζει το Κράτος μέσω του ΔΙΚΑΤΣΑ.