ΤΕΥΧΟΣ 10

ΤΕΥΧΟΣ 10

ΤΕΥΧΟΣ 10

Άνοιξη 2008

EDITORIAL

Δ. Ματθαίου

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Τα φαινόμενα βίαιης, παρεκκλίνουσας και γενικότερα αντισυμβατικής συμπεριφοράς των μαθητών στη χώρα μας χρειάζονται μεγαλύτερη θεωρητική εμβάθυνση και συστηματική εμπειρική διερεύνηση ώστε να διαφανούν οι πραγματικές διαστάσεις αλλά και παράμετροι του ζητήματος και να αποφευχθούν παραπλανητικές ή μεγιστοποιημένες εικόνες, παραστάσεις και αναπαραστάσεις που δεν διευκολύνουν την κατανόηση και την αντιμετώπισή του. Η παρούσα μελέτη αποτελεί μια προσπάθεια προς την κατεύθυνση αυτή. Τονίζεται η σημασία της θεωρητικής πραγμάτευσης του θέματος με τρόπο που να καλύπτονται οι θεωρητικές ανάγκες δόμησης ενός εργαλείου ικανού να ερμηνεύσει τα υπό συζήτηση φαινόμενα, στάσεις, πρακτικές και οι συναρτώμενοι μεθοδολογικοί προβληματισμοί για την εμπειρική διερεύνηση του ζητήματος της σχολικής βίας με τη βοήθεια και των θεωρητικών ερμηνευτικών εργαλείων προς την κατεύθυνση της αποκωδικοποίησης του βασικού ιστού της εκπαιδευτικής διαδικασίας μέσα στον οποίο ανιχνεύονται και αναδεικνύονται ως δομικά του στοιχεία η άμεση ή η έμμεση βία.

Στο άρθρο αναλύονται οι ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες για την κοινωνική αναγνώριση, τη διερεύνηση, την πρόληψη και την αντιμετώπιση του σχολικού εκφοβισμού και της βίας.
Περιλαμβάνεται επίσης η προβληματική του ορισμού της σχολικής βίας και υιοθετείται μια θυματολογική προσέγγιση, στο βαθμό που το αίσθημα της υποκειμενικής θυματοποίησης αναγνωρίζεται ως συστατικό στοιχείο του ορισμού.
Αναφέρονται και αναλύονται τα κυριότερα ερευνητικά πορίσματα από ευρωπαϊκές χώρες που αφορούν την έκταση, τη συχνότητα και τις ποιοτικές όψεις του φαινομένου. Στο δεύτερο μέρος του άρθρου περιλαμβάνονται οι πολιτικές πρόληψης και αντιμετώπισης της σχολικής βίας, με αναφορά καλών πρακτικών: α) σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, και β) σε πρωτογενή, δευτερογενή και τριτογενή πρόληψη.
Η αναγκαιότητα προστασίας των ανηλίκων και η πρόληψη της θυματοποίησής τους στο σχολικό περιβάλλον εντάσσεται στον πυρήνα μιας κοινωνικής αντεγκληματικής πολιτικής.

Η σχολική βία αντιμετωπίζεται ως φαινόμενο που συνδέεται με συγκρούσεις/ εντάσεις σχέσεων, δομών και αντιλήψεων (εντός και εκτός του σχολείου) και όχι με «εγκληματικές προσωπικότητες».
Ως ήπιος τρόπος διαχείρισης προτείνεται η κοινωνική διαμεσολάβηση του Καθηγητή και η παιδαγωγική διαμεσολάβηση μαθητή που ορίζεται από τους συμμαθητές του. Όλα αυτά εντός των ορίων και των κανόνων του σχολείου, που γίνονται αποδεκτοί και νομιμοποιούνται από όλους.

Στο πρόσφατο παρελθόν υπήρξε μεγάλη παραγωγή ερευνητικών εργασιών και μεταρρυθμιστικών μέτρων ανά την Ευρώπη για την περιβαλλοντική αγωγή. Σήμερα αυτό συμβαίνει με την αγωγή του πολίτη: πλήθος από συγκριτικές μελέτες, εκθέσεις κυβερνήσεων και διεθνών θεσμών, στοχοθεσίες και μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες ασχολούνται με την εκπαίδευση για τη δημοκρατική πολιτειότητα. Όπως όμως οι πρωτοβουλίες για την περιβαλλοντική αγωγή αγνοούσαν εν πολλοίς τη σχέση μεταξύ του κοινωνικού-οικονομικού συστήματος και της υποβάθμιση του βιόκοσμου, έτσι και σήμερα η αγωγή του πολίτη ερευνάται και αναμορφώνεται με ελάχιστη προσοχή στο συγκείμενο στο οποίο κοινωνικοποιείται ο πολίτης.
Το παρόν άρθρο προσπαθεί να εντάξει τη συζήτηση για την αγωγή του πολίτη στο σύγχρονο εθνικό και διεθνές συγκείμενο, που χαρακτηρίζεται από αποδυνάμωση παρά ενίσχυση των θεσμών δημοκρατικής πολιτειότητας. Η ανάλυση αφορά κυρίως στην Ευρώπη, αλλά δεν εστιάζεται σε κάποια συγκεκριμένη χώρα. Είναι άλλωστε γεγονός πως οι κύριες κατευθύνσεις της εκπαιδευτικής πολιτικής στην Ευρώπη συν-καθορίζονται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τα κράτη-μέλη της. Το κείμενο υποστηρίζει ότι η σύγχρονη επιλογή, οργάνωση και κατανομή γνώσης εντός και εκτός των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων δεν αποβλέπει στην προαγωγή της δημοκρατίας ως καθεστώτος διαβούλευσης και κριτικής, αλλά στη δημιουργία και αναπαραγωγή οικονομικά ισχυρών «κοινωνιών της γνώσης».

Το άρθρο πραγματεύεται συγκριτικά την εκπαιδευτική και πολιτική προσφορά δύο Ασιατών διανοητών και ηγετών μεγάλων πολιτικών ρευμάτων της εποχής τους· του Tsunesaburo Makiguchi στην Ιαπωνία και του Ινδού πολιτικού ηγέτη Mahatma Gandhi. Εξετάζοντας την πορεία τους, οι συγγραφείς επιχειρούν να αναδείξουν τις ιδέες τους, τις πρακτικές και την επιρροή που άσκησαν οι δύο προσωπικότητες στο ιστορικό πλαίσιο στο οποίο έδρασαν. Παράλληλα, επιχειρείται να συσχετιστούν οι βασικές πτυχές της ιδεολογίας των δύο διανοητών με σύγχρονα ζητήματα της εκπαίδευσης του πολίτη, υποστηρίζοντας ότι η ζωή και η δράση τους μπορούν να αποτελέσουν έμπνευση για τους σύγχρονους εκπαιδευτικούς, να τους στηρίξουν σε ζητήματα διαπολιτισμικής επικοινωνίας, ισότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης.
Στο πρώτο μέρος της εργασίας εξετάζεται ιστορικά η ζωή των δύο προσώπων και οι συνθήκες που διαμόρφωσαν την ιδεολογία τους. Γίνεται αναφορά στη θεωρία δημιουργίας αξιών (value creating theory) του Makiguchi και στη φιλοσοφία του Gandhi που ήθελε το άτομο κοινωνικά υπεύθυνο, αλλά και στους λόγους για τους οποίους ο Ινδός φιλόσοφος είχε πολύ μεγαλύτερη απήχηση από ό,τι ο Makiguchi.
Στη συνέχεια οι συγγραφείς διερευνούν την επιρροή της διδασκαλίας των δύο σε κοινωνικά κινήματα του 20ου και του 21ου αιώνα, όπως για παράδειγμα στη δράση του Martin Luther King ή του Ιάπωνα Daisaku Ikeda. Το τρίτο μέρος της εργασίας προσεγγίζει την κληρονομιά που άφησαν οι δύο διανοητές στο ζήτημα της εκπαίδευσης του πολίτη στον 21ο αιώνα, μια εποχή που η κατανόηση των αξιών του άλλου μοιάζει αναγκαία. Το άρθρο καταλήγει με τη θέση ότι η εκπαίδευση των εκπαιδευτικών θα ήταν χρήσιμο να περιλαμβάνει τη μελέτη της προσφοράς προσωπικοτήτων όπως ο Gandhi και άλλοι μη-δυτικοί διανοητές, που υποστήριξαν πρακτικές μη-βίας, προκειμένου να τους ενισχύσει στις απαιτήσεις της διαπολιτισμικής προσέγγισης και στην επίλυση κρίσεων μέσα στην τάξη.