ΤΕΥΧΟΣ 11-12

ΤΕΥΧΟΣ 11-12

ΤΕΥΧΟΣ 11-12

Χειμώνας - Άνοιξη 2008 - 2009

EDITORIAL

Δ. Ματθαίου

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Στις σύγχρονες πολυπολιτισμικές κοινωνίες η σχολική ένταξη και επιτυχία των μαθητών/τριών με μεταναστευτικό υπόβαθρο αποτελεί εκπαιδευτικό ζητούμενο. Τίθεται ένα βασικό ερώτημα σχετικά με το τι οφείλει να κάνει το σχολείο ώστε να ανταποκριθεί στο αίτημα της διασφάλισης ίσων εκπαιδευτικών ευκαιριών σε ένα κοινωνικό περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από πολιτισμική και γλωσσική ποικιλομορφία. Σχετικές απαντήσεις είναι δυνατόν να δοθούν μέσω της ανάλυσης των δεδομένων από τις έρευνες PISA του 2000, 2003 και 2006. Ο κύριος στόχος της παρούσας μελέτης επικεντρώνεται στη συγκριτική ανάλυση των αποτελεσμάτων των τριών αυτών ερευνών PISA, ώστε να αναδειχθούν εκείνοι οι παράγοντες που φαίνεται να επηρεάζουν θετικά τις σχολικές επιδόσεις των μαθητών/τριών με μεταναστευτικό υπόβαθρο (π.χ. το σχολικό κλίμα, το μαθησιακό περιβάλλον, η διδακτική μεθοδολογία, η διδασκαλία της μητρικής γλώσσας, το σχολικό σύστημα). Η σημαντικότητα των παραγόντων αυτών αποκτά ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο του επιστημονικού διαλόγου για την διαπολιτισμική παιδαγωγική.

Στην εποχή της Παγκοσμιοποίησης, το διεθνές μεταναστευτικό ρεύμα έχει αναχθεί σε μείζον ζήτημα τόσο για τις αναπτυσσόμενες όσο και για τις ανεπτυγμένες χώρες καθώς, με το σωστό κυβερνητικό σχεδιασμό, έχει αποδειχθεί ότι μπορεί να αποβεί προς όφελος αμφοτέρων των χωρών αποστολής και υποδοχής μεταναστών.
Μέσα σε αυτό το διεθνές συγκείμενο, η Ελλάδα έχει μετατραπεί από χώρα αποστολής μεταναστών και ενδιάμεσου προσωρινού σταθμού, σε σημαντικό πόλο έλξης μόνιμης εγκατάστασης μεγάλου αριθμού μεταναστών. Έτσι γίνεται κοινωνός των προβλημάτων που εδώ και πολλά χρόνια αντιμετωπίζουν άλλες χώρες. Η ιδιαιτερότητα του ελληνικού φαινόμενου έγκειται στο γεγονός ότι, σε αντιδιαστολή με εκείνες που βίωσαν έναν κλιμακούμενο μετασχηματισμό αρκετών δεκαετιών, η Ελλάδα κλήθηκε να αντιμετωπίσει την ανάγκη ταχείας αφομοίωσης πλήθους μεταναστών διαφορετικής προέλευσης, με διαφορετική κουλτούρα, μέσα σε μια συντομότερη χρονικά περίοδο.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες δεν είναι άξιο απορίας το γεγονός η χρονιά που διανύουμε να έχει ανακηρυχθεί ως Ευρωπαϊκό Έτος Διαπολιτισμικού Διαλόγου. Η Ελλάδα συμμετέχει με το σύνθημα Μαζί στη Διαφορετικότητα. Βασικός στόχος της Εθνικής Στρατηγικής είναι η παγιοποίηση της ιδέας του διαπολιτισμικού διαλόγου στο σύστημα αξιών της ελληνικής κοινωνίας, με σκοπό την επίτευξη και ενδυνάμωση της ανοχής και του σεβασμού του άλλου τόσο σε επίπεδο χωρών, όσο και εσωτερικά με ομάδες ιδιαίτερων εθνικών, θρησκευτικών και πολιτισμικών χαρακτηριστικών.
Το εύλογο ερώτημα είναι, εάν στην πράξη έχει πραγματικά επιτύχει η εφαρμογή ενός τέτοιου πλαισίου.
Ως δείκτες επιτυχούς υλοποίησης της ελληνικής στρατηγικής θα μπορούσαν να εκληφθούν οι στάσεις, οι συμπεριφορές και οι αντιλήψεις των μαθητών του σύγχρονου ελληνικού σχολείου. Προς την κατεύθυνση αυτή κινείται ο ερευνητικός σκοπός της παρούσας εμπειρικής έρευνας . Αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης ερευνητικής προσπάθειας που καταβάλλεται σε συνεργασία με το Γιάννη Ρουσσάκη, με σκοπό την αποτύπωση των στάσεων και αντιλήψεων στην Ελλάδα του σήμερα, μελετώντας το τρίπτυχο μαθητές, εκπαιδευτικοί και γονείς.
Το συγκεκριμένο τμήμα της μικρής κλίμακας πιλοτικής έρευνας πραγματοποιήθηκε την άνοιξη του τρέχοντος έτους σε δημόσια δημοτικά σχολεία του νομού Αττικής. Καταβλήθηκε προσπάθεια για την εξασφάλιση αντιπροσωπευτικού δείγματος καθώς η επεξεργασία μόνο των πλήρως απαντημένων ερωτηματολογίων . Το 83,6%, εκ των 213 ερωτηθέντων, ήταν Έλληνες , το 4% Παλιννοστούντες, ενώ το υπόλοιπο 12,4% του πληθυσμού αποτελούνταν από μαθητές διαφορετικής καταγωγής, με το μεγαλύτερο ποσοστό από αυτούς να είναι παιδιά οικονομικών μεταναστών που γεννήθηκαν στην Ελλάδα και τους Ρομά να ανέρχονται στο 3,7%. Τα ερωτηματολόγια συμπληρώθηκαν από μαθητές της Δευτέρας, Πέμπτης και Έκτης τάξης του Δημοτικού Σχολείου λόγω του ότι διεθνή επιστημονικά ευρήματα επισημαίνουν μια σημαντική διαφοροποίηση συμπεριφοράς απένατι στο άλλο, μεταξύ της ηλικίας των οκτώ ετών και της προεφηβείας, εξαιτίας της αλλαγής του τρόπου με τον οποίο τα παιδιά αντιλαμβάνονται τότε τις κοινωνικές δομές και αξίες. Το εργαλείο της έρευνας είναι ένα ερωτηματολόγιο κλίμακας συμπεριφοράς , τύπου Likert, τετράβαθμης διαβάθμισης (1=ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ, 2= ΠΟΛΥ, 3=ΛΙΓΟ, 4=ΚΑΘΟΛΟΥ). Οι μαθητές ρωτήθηκαν πόσο θα τους άρεσε να συμμετέχουν σε διάφορες δραστηριότητες με παιδιά από διαφορετικές πολιτισμικές ή εθνικές ομάδες στα πλαίσια του σχολείου τους, αλλά και εκτός αυτού. Η επεξεργασία των ερευνητικών δεδομένων έγινε με τη χρήση του στατιστικού πακέτου SPSS 13.
Τα πρώτα αποτελέσματα της στατιστικής ανάλυσης καταδεικνύουν μια τάση επιφυλακτικότητας των μαθητών απέναντι στο διαφορετικό. Πριν όμως καταλήξουμε σε απλουστευτικά συμπεράσματα, θα είχε ενδιαφέρον να προσπαθήσουμε να εντριφύσουμε στα αίτια των απαντήσεων. Ένα απροσδόκητο, όσο και εντυπωσιακό σε έκταση ερευνητικό φαινόμενο, αποτέλεσε το γεγονός ότι το 32% των ερωτηθέντων ένοιωσαν την ανάγκη να δώσουν γραπτές εξηγήσεις για τις απαντήσεις τους, ενώ δεν υπήρχαν στο ερωτηματολόγιο ανοιχτές ερωτήσεις. Εκεί διαπιστώθηκε ότι ο φόβος μάλλον πήγαζε από τη βίωση της κοινωνικής πραγματικότητας και των συνεπειών που από αυτή συνεπάγονται για το τι σημαίνει να είσαι διαφορετικός, παρά ως φόβος του φυσικού προσώπου που κομίζει τη διαφορετικότητα. Αυτό που προβάλλει ως επιτακτικό ερευνητικό δεδομένο, είναι η ανάγκη όχι απλής καταγραφής συμπεριφορών, αλλά μέσω ανοιχτών ερωτήσεων η εναργέστερη καταγραφή των αιτίων που τις προκαλούν, ώστε να καταστεί δυνατή η ερμηνείας τους.
Σε ένα ταχέως μετασχηματιζόμενο τοπίο, η Εκπαίδευση είναι το αποτελεσματικότερο όχημα μεταλαμπάδευσης επιθυμητών αρχών στην κοινωνία. Ελπιδοφόρα μηνύματα εμφανούς μεταστροφής προς την κατεύθυνση της αποδοχής και σεβασμού του διαφορετικού, υπάρχουν τόσο μέσα από διεθνή ερευνητικά προγράμματα, όσο και πετυχημένων καινοτόμων πρακτικών σχολείων στην Ελλάδα.
Το σημαντικότερο όλων πιθανόν είναι να συνειδητοποιήσουμε ότι η προκατάληψη μπορεί να υφέρπει με τόσο συγκεκαλλυμένες μορφές, ώστε η καταπολέμηση της να αποτελεί στοίχημα που πρέπει όλοι μας να ενεργοποιηθούμε για να κερδίσουμε τελικά.

Η πολυπολιτισμική σύνθεση της ελληνικής κοινωνίας έχει οδηγήσει σε ανακατατάξεις και μεταβολές και έχει θέσει υπό διαπραγμάτευση βασικούς όρους της κοινωνικής ζωής. Ένα από τα ζητήματα που προέκυψαν αφορά τη διεύρυνση των στόχων του εκπαιδευτικού συστήματος, την αλλαγή του μονοπολιτισμικού του προσανατολισμού και την ανάγκη διαμόρφωσης των συνθηκών εφαρμογής μιας διαπολιτισμικής εκπαιδευτικής πολιτικής.
Σε αυτό το κείμενο εξετάζεται η σχέση που συνδέει την εκπαιδευτική πολιτική με τον επιστημονικό λόγο περί διαπολιτισμικής εκπαίδευσης. Αφού παρουσιάζονται τα βασικά εκπαιδευτικά μέτρα που συγκροτούν την ελληνική πολιτική απέναντι στην εκπαιδευτική διαχείριση της ετερότητας, εξετάζεται η σχέση αυτής της πολιτικής με τους προσανατολισμούς του επιστημονικού λόγου και αναζητώνται οι συναρθρώσεις, οι ταυτίσεις ή οι αντιφάσεις και οι ασυγχρονίες τους. Για την ερμηνεία αυτής της σχέσης εκπαιδευτικής πολιτικής – επιστημονικού λόγου, όπως διαμορφώνεται, διαχρονικά και συγχρονικά, συνεκτιμώνται τα ιδιαίτερα στοιχεία που συνθέτουν την ελληνική κοινωνική πραγματικότητα, καθώς και οι διαθέσεις των υποκειμένων.

Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι η ανάλυση και ερμηνεία των πολιτικών αξιολόγησης / διασφάλισης της ποιότητας της ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα με τη χρήση του επιστημονικού λόγου που περιγράφει το μετασχηματισμό των Ευρωπαϊκών πανεπιστημίων τις τελευταίες δεκαετίες. Οι έννοιες που υπογραμμίζουν τη μεταστροφή της έμφασης από τις ενδογενείς στις εξωγενείς αξίες, η οποία έλαβε χώρα σε πολλά Ευρωπαϊκά συστήματα ανώτατης εκπαίδευσης εδώ και δύο περίπου δεκαετίες, είναι οι εξής: η «πανεπιστημιακή παραγωγικότητα», η «λογοδοσία», η μετρήσιμη «ποιότητα», το «μοντέλο της επιθεώρησης από το κράτος», ο «νέος διευθυντισμός», η «επιχειρηματική» συμπεριφορά και ο «ακαδημαϊκός καπιταλισμός». Οι έννοιες αυτές εκφράζουν την κυριαρχία των εξωγενών αξιών σε πολλά συστήματα ανώτατης εκπαίδευσης στην Ευρώπη, η οποία γίνεται πλέον εμφανής και στην Ελλάδα στα μέσα της δεκαετίας που διανύουμε.

Το άρθρο αυτό εξετάζει αν και σε ποιό βαθμό η κοινωνική προέλευση των αποφοίτων των ελληνικών πανεπιστημίων επιδρά στην ταχύτητα και την ποιότητα ένταξής τους στην αγορά εργασίας μέσω της άνισης πρόσβασης στους επιστημονικούς κλάδους σπουδών. Γι’αυτό το σκοπό χρησιμοποιούνται μικρο-δεδομένα πρωτογενούς «έρευνας απορρόφησης αποφοίτων», που πραγματοποιήθηκε το 2005 από τα Γραφεία Διασύνδεσης των πανεπιστημίων υπό την αιγίδα της Οριζόντιας Δράσης, σε δείγμα πτυχιούχων των ετών 1998-2000 από όλα τα ελληνικά πανεπιστήμια. Η εμπειρική ανάλυση έδειξε ότι οι ανισότητες πρόσβασης στους διαφορετικούς επιστημονικούς κλάδους σπουδών ανάλογα με την κοινωνική προέλευση των υποψηφίων εξηγούν σε αρκετά μεγάλο βαθμό, αλλά όχι πλήρως, τις άνισες ευκαιρίες των πτυχιούχων να βρουν καλές δουλειές και να αποκατασταθούν επαγγελματικά στην ελληνική αγορά εργασίας. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το εύρημα ότι το υψηλό εκπαιδευτικό επίπεδο του πατέρα εμφανίζει πολύ μεγαλύτερη θετική συσχέτιση με την επιτυχημένη μετάβαση των αποφοίτων από το πανεπιστήμιο στην εργασία απ’ότι το υψηλό οικογενειακό εισόδημα.

Η αναζήτηση των ιδεολογικοπολιτικών στοιχείων που σηματοδότησαν το δημόσιο πολιτικό και συνδικαλιστικό λόγο για το δικαίωμα στην εκπαίδευση και τις εκπαιδευτικές πολιτικές τα τελευταία είκοσι χρόνια, επιβάλουν πρωταρχικά την ιδεολογικοπολιτική προσέγγιση, αναζήτηση και διασαφήνιση των παραπάνω εννοιών. Το κοινωνικό δικαίωμα στην εκπαίδευση αποτελεί προϊόν της μακρόχρονης μετασχηματιστικής πορείας όλων των πολιτικών θεωριών για τα κοινωνικά δικαιώματα με αποτέλεσμα να συνδέεται άρρηκτα με τα ιδιαίτερα ιδεολογικά και εννοιολογικά γνωρίσματά τους. Το γεγονός αυτό οδήγησε τις πρώτες δεκαετίες μετά το 1950 στην ερμηνεία του άρθρου 13 του Διεθνούς Συμφώνου για τα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα του Ο.Η. Ε. με στόχο μέσα από έναν ιδεολογικό συγκερασμό να προσδιοριστούν οι ελάχιστες κοινά αποδεκτές προϋποθέσεις ικανοποιητικής παροχής του δικαιώματος στην εκπαίδευση. Αντίστοιχα, οι ιδεολογικές εκδοχές της ελευθερίας και της ισότητας των ευκαιριών ως φιλοσοφική και πολιτική διεργασία του συνόλου των κοινωνικών θεωριών και την παράλληλη ανάπτυξη του κοινωνικού κράτους, κατά το δεύτερο ήμισυ του 20ου αιώνα, οδήγησαν αφενός στις εκδοχές της ισότητας των εκπαιδευτικών ευκαιριών, τόσο ως αποτέλεσμα των διαφόρων ιδεολογικών προσεγγίσεων, όσο και ως επιστημονική ερευνητική πολυδιάστατη αποτίμηση αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα τις δυσκολίες της πλήρους αποσαφήνισης της έννοιας της ισότητας. Η διαρκής όμως επιστημονική αναζήτηση αξιοποιώντας τα πορίσματα των ερευνών, προσέδωσε πολυδιάστατη έννοια στην ισότητα των εκπαιδευτικών ευκαιριών θεωρώντας ότι αυτή προσδιορίζεται κάθε φορά από τους επιδιωκόμενους στόχους της.
Η μελέτη αυτή οριοθετεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να ενταχθεί η μελέτη του δημόσιου πολιτικού και συνδικαλιστικού λόγου για το δικαίωμα στην εκπαίδευση και τις ίσες εκπαιδευτικές ευκαιρίες λαμβάνοντας υπόψη την πραγματικότητα που διαμορφώθηκε στην Ελλάδα με την ένταξή της στην Ε.Ε. και το συνεπακόλουθο άνοιγμα της κοινωνίας στα ευρωπαϊκά ιδεολογικά ρεύματα.

Το άρθρο περιγράφει και αναλύει πτυχές της εκπαίδευσης των καθηγητών των φυσικών επιστημών που διδάσκουν στο κατώτερο και το ανώτερο δευτεροβάθμια σχολείο στη Φινλανδία, με ιδιαίτερη αναφορά στο πρόγραμμα σπουδών για καθηγητές Φυσικής στο Πανεπιστήμιο του Ελσίνκι. Θεωρητικό πλαίσιο της ανάλυσης του προγράμματος σπουδών αποτελεί η γνώση την οποία απαιτεί η άσκηση του επαγγέλματος του καθηγητή Φυσικών. Η γνώση αυτή προσεγγίζεται καταρχάς δομικά, από την άποψη δηλαδή των διαφόρων πεδίο που συναποτελούν τη γνώση του εκπαιδευτικού, όπως το συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο, το παιδαγωγικό περιεχόμενο του συγκεκριμένου γνωστικού πεδίου, η γενική παιδαγωγική θεώρηση καθώς και τα σημεία επαφής μεταξύ των δύο αυτών πεδίων. Προσεγγίζεται επίσης από μαθησιακή σκοπιά με την αξιοποίηση της διάκρισης ανάμεσα στην πρακτική και στην επαγγελματική γνώση του μελλοντικού εκπαιδευτικού.
Της ανάλυσης προηγείται η παροχή βασικών πληροφοριών σχετικά με το σχεδιασμό και την εφαρμογή του προγράμματος σπουδών για εκπαιδευτικούς στο πανεπιστήμιο του Ελσίνκι καθώς και γενική ενημέρωση για τους σημαντικότερους παράγοντες που επηρεάζουν τη διαμόρφωσή του, όπως ο ρόλος που διαδραματίζει η αξιολόγηση του προγράμματος από τους φοιτητές και οι εθνικές στρατηγικές για την ανάπτυξη σχετικών προγραμμάτων. Ακολουθεί η ανάλυση του ίδιου του προγράμματος σπουδών σε ό,τι αφορά καταρχάς το περιεχόμενό του στη Φυσική, ενώ στη συνέχεια η ανάλυση επικεντρώνεται στα παιδαγωγικά μαθήματα. Ιδιαίτερη αναφορά στο δεύτερο αυτό πεδίο γίνεται στην πρακτική άσκηση, στις γενικές αρχές διδασκαλίας και στη συναίρεση επιστημονικής με παιδαγωγική γνώση που ουσιαστικά συγκροτούν τα επαγγελματικά εφόδια του αυριανού εκπαιδευτικού.

Στην εργασία αυτή παρουσιάζεται η εξέλιξη του μαθήματος της Φιλοσοφίας κατά το 19ο και 20ο αιώνα στα εκπαιδευτικά συστήματα τεσσάρων ευρωπαϊκών χωρών με πλούσια φιλοσοφική παράδοση (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Αγγλία), ενώ ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στην έκθεση της σημερινής πραγματικότητας. Αξιοσημείωτη είναι η διαφορετικότητα στη διαχρονική αντιμετώπιση της Φιλοσοφίας, η οποία μόνο στη Γαλλία και την Ιταλία διαδραματίζει κεντρικό ρόλο, και στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται τα φιλοσοφικά προβλήματα στους μαθητές, καθώς στη Γερμανία και την Αγγλία ακολουθείται η κατά κλάδους έκθεση, στη Γαλλία η θεματική-εννοιολογική και στην Ιταλία η ιστορική. Αντίθετα, σύγκλιση μεταξύ των χωρών διαπιστώνεται στην προτίμηση της διδασκαλίας του μαθήματος στις τελευταίες τάξεις της μέσης εκπαίδευσης, στον αδρομερή προσδιορισμό της διδακτέας ύλης, στη δυνατότητα επιλογής εγχειριδίου από τον εκπαιδευτικό και στην απουσία συγκεκριμένων οδηγιών για διδακτικές προσεγγίσεις από το Υπουργείο Παιδείας.

Το portfolio του εκπαιδευτικού χρησιμοποιείται σε ευρεία κλίμακα τα τελευταία χρόνια σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και στις Η.Π.Α., ως ένα μέσο για την επαγγελματική ανάπτυξη και την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών. Παρόλα αυτά, πρόκειται για ένα εργαλείο που δεν έχει ακόμα εισαχθεί στην ελληνική πραγματικότητα.
Το αντικείμενο της παρούσας μελέτης είναι η λειτουργία του portfolio του εκπαιδευτικού στις διάφορες μορφές αξιολόγησης, με σκοπό είτε την προαγωγή / εξέλιξη του εκπαιδευτικού είτε την επαγγελματική ανάπτυξη και την καλλιέργεια των απαραίτητων δεξιοτήτων. Περιγράφονται τα στάδια εφαρμογής ενός portfolio, από το σχεδιασμό ως την αξιολόγησή του και επιχειρείται μια κριτική θεώρηση των πλεονεκτημάτων και των δυσκολιών που αναδύονται από τη χρήση του. Αν και δεν υπάρχει αντίστοιχη ερευνητική δραστηριότητα στην Ελλάδα, από τις έρευνες που έχουν γίνει διεθνώς, προκύπτει ότι το portfolio στη διαμορφωτική αξιολόγηση αποτελεί ένα πολύτιμο εργαλείο, που βοηθά τον εκπαιδευτικό να συνειδητοποιήσει τη φιλοσοφία στην οποία βασίζονται οι πρακτικές του και να βελτιώσει τις δεξιότητες και την αυτογνωσία του.

Είναι ουτοπική η αναζήτηση ενός σχολείου που εκτός από τις πιεστικές ανάγκες των καιρών, θα σέβεται και θα υπολογίζει και τις ανθρώπινες ανάγκες των μαθητών και των εκπαιδευτικών; Είναι χιμαιρική η αναζήτηση ενός σχολείου που θα αντιμετωπίζει τα δώδεκα χρόνια παραμονής των μαθητών και τα τριανταπέντε χρόνια παραμονής των εκπαιδευτικών, ως χρόνια μοναδικά και πολύτιμα, ως χρόνια στα οποία μικροί και μεγάλοι δικαιούνται να περάσουν όμορφα, να πειραματιστούν, να μάθουν και να δημιουργήσουν; Είναι παράλογη η αναζήτηση ενός σχολείου που μαθητές και εκπαιδευτικοί θα το νιώθουν δικό τους;

Η εργασία επιχειρεί να απαντήσει αρνητικά στα παραπάνω ερωτήματα, με την παρουσίαση του ερευνητικού προγράμματος του Πανεπιστημίου Αθηνών «Όταν ο Ροβινσώνας Κρούσος συνάντησε το Χάρυ Πότερ…» που σχεδιάστηκε έχοντας ως αφετηρία τις ανάγκες των μεγάλων μαθητών του Δημοτικού και ως στόχο μια χρονιά χαράς, δημιουργικότητας και αποτελεσματικής μάθησης τόσο για τους μαθητές όσο και για τους εκπαιδευτικούς που θα συμμετείχαν σε αυτό.