ΤΕΥΧΟΣ 13

ΤΕΥΧΟΣ 13

ΤΕΥΧΟΣ 13

Φθινόπωρο 2009

EDITORIAL

Δ. Ματθαίου

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Σκοπός του άρθρου είναι να διερευνήσει τις αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν στις πολιτικές της γνώσης στο χώρο της Πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης κατά την περίοδο 1997-2007 με έμφαση στα νέα σχολικά εγχειρίδια. Ειδικότερα υποστηρίζεται ότι η μεταρρύθμιση των Προγραμμάτων Σπουδών (ΠΣ) και η συγγραφή των νέων σχολικών εγχειριδίων (ΣΕ) συνιστούν ‘αλλαγή παραδείγματος’ στις πολιτικές της γνώσης σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο (1982-1996). Το κείμενο διακρίνεται σε τρία μέρη. Το πρώτο μέρος αναφέρεται  σε βασικές θεωρητικές προσεγγίσεις σχετικά το πλαίσιο των σύγχρονων πολιτικών της γνώσης και αναλύονται η σχέση των ΠΣ με τα ΣΕ, καθώς και ο ρόλος και τα χαρακτηριστικά των σχολικών εγχειριδίων. Ακολουθεί μια ιστορικοσυγκριτική προσέγγιση των πολιτικών της γνώσης στις δύο περιόδους και παρουσιάζονται τα βασικά στοιχεία που συγκροτούν τη μεταβολή του παραδείγματος στο πεδίο των προγραμμάτων σπουδών. Στο τρίτο μέρος, περιγράφονται αναλυτικά τα δομικά στοιχεία του ΔΕΠΠΣ και των ΑΠΣ που επηρέασαν το περιεχόμενο των ΣΕ, οι προδιαγραφές συγγραφής και εκπόνησης των νέων σχολικών εγχειριδίων και παρατίθεται η συγκριτική αξιολόγηση των δομολειτουργικών στοιχείων των ΣΕ στις δύο περιόδους ως ενδεικτικό στοιχείο της «αλλαγής παραδείγματος».

Το άρθρο αυτό παρουσιάζει τις τρεις πολιτικές για το σχολικό βιβλίο που ασκήθηκαν στο νεοελληνικό κράτος από την εποχή της συγκρότησής του έως σήμερα. Πρόκειται για την πολιτική του κρατικού μονοπωλίου, την πολιτική του ελεύθερου ανταγωνισμού και την πολιτική του ρυθμιστικού κρατικού παρεμβατισμού. Επίσης παρουσιάζει τη θεωρητική βάση τής κάθε μίας από αυτές, τους επιδιωκόμενους σκοπούς, τα αρνητικά φαινόμενα που τις συνόδευσαν κατά την εφαρμογή τους, καθώς και τις εκπαιδευτικές και κοινωνικές επιπτώσεις τους. Η διαπίστωση που προκύπτει από αυτή τη διαχρονική εξέταση είναι ότι εντέλει ίσχυσαν στην Ελλάδα ‘πολιτικές των άκρων’, μη εξαιρουμένης και της πολιτικής που εφαρμόζεται από το 1937 έως σήμερα. Αν και η σημερινή πολιτική του ‘ενός και μοναδικού βιβλίου’ θεωρείται ξεπερασμένη, την ίδια στιγμή προκαλεί προβληματισμό η υιοθέτηση πολιτικών που θα ενέπλεκαν περισσότερο την αγορά, καθώς συνεχίζει το νεοελληνικό κράτος να εμφανίζει κραυγαλέες αδυναμίες στην εποπτική-ελεγκτική λειτουργία του.

Στο παρόν κείμενο -με αφετηρία τις παραδοχές ότι το σχολικό βιβλίο, ένα σημαντικό ακόμη μέσο διδασκαλίας και μάθησης, εκτός από ‘informatorium’ και ‘pedagogicum’, είναι και ‘politicum’- αναφέρομαι στην έρευνα του πολιτικού-ιδεολογικού περιεχομένου του. Η διεπιστημονική αυτή έρευνα εντάσσεται στο κριτικό επιστημολογικό ‘παράδειγμα’ της Παιδαγωγικής, την κριτική Παιδαγωγική. Έτσι, μετά από μια σύντομη παρουσίαση, της εξέλιξης και των βασικών θέσεων της τελευταίας, εστιάζω στα θεωρητικά ερείσματα και τα μεθοδολογικά εργαλεία της έρευνας του σχολικού βιβλίου που λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο της κριτικής Παιδαγωγικής. Ειδικότερα, αναφέρομαι στην ‘ιδεολογικοκριτική’ ανάλυση των σχολικών βιβλίων, η οποία συνιστά ένα παράδειγμα ανάλυσης της ‘κλασικής’ –της προσανατολισμένης στην κριτική θεωρία της Σχολής της Φρανκφούρτης- κριτικής Παιδαγωγικής, και σε δύο σύγχρονες προσεγγίσεις κριτικής ανάλυσης, την ‘κριτική ανάλυση λόγου’ και την ‘κοινωνική σημειωτική’, οι οποίες βρίσκονται σε θεωρητική αντιστοιχία με νεότερες τάσεις στο χώρο του κριτικού επιστημολογικού ‘παραδείγματος’ της Παιδαγωγικής. Τις κριτικές  αυτές προσεγγίσεις παρουσιάζω τόσο ως εργαλεία ανάλυσης όσο και με παραδείγματα ανάλυσης σχολικών βιβλίων.

Κριτήρια αξιολόγησης των διδακτικών εγχειριδίων </strong><br>Θανάσης Τριλιανός”]Λόγω του ουσιαστικού έργου που επιτελούν στη μαθησιακή διαδικασία τα διδακτικά εγχειρίδια σήμερα και του γεγονότος ότι έχουν διατυπωθεί ποικίλες ενδιαφέρουσες απόψεις για τα χαρακτηριστικά του καλού διδακτικού εγχειριδίου τα τελευταία χρόνια, στην παρούσα επιστημονική εργασία παρουσιάζεται εναλλακτική πρόταση σχετικά με τα κριτήρια αξιολόγησης της ποιότητας των διδακτικών εγχειριδίων, η οποία αποτελεί προϊόν σύνθεσης ερευνητικών πορισμάτων και προσωπικών εμπειριών και στην οποία διακρίνονται τέσσερις βασικοί άξονες κριτηρίων που διαμορφώθηκαν κυρίως με βάση την αντίληψη των εκπαιδευτικών, μαθητών και γονέων για το καλό διδακτικό εγχειρίδιο.

Η ευφορία, η οποία επικρατεί σε ερευνητικό επίπεδο σχετικά με την εφαρμογή και την  αποτελεσματικότητα της εικόνας κατά τη διδασκαλία, δεν συνοδεύει την εκπαιδευτική πράξη. Η εμμονή των σχολικών εγχειριδίων στη χρήση εικόνων, οι οποίες έχουν με το χρόνο ενταχθεί σε μια ‘τράπεζα’, τα εμποδίζει να επιλέξουν εικόνες  με συγκεκριμένα κριτήρια οι οποίες θα προωθούν τον προβληματισμό και το διάλογο, την ενσυναισθητική προσέγγιση και την επίτευξη της ιστορικής σκέψης και της ιστορικής συνείδησης και γενικότερα των σκοπών  του μαθήματος. Με άλλα λόγια έχει αποκρυσταλλωθεί και έχει υιοθετηθεί μια συγκεκριμένη λογική για την επιλογή τω εικόνων, η οποία αποκλείει εικόνες που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν  ανεξάρτητα ή πέραν αυτής της λογικής.
Η παρούσα εργασία προσπαθεί με ‘ γνώμονα’  το σχολικό εγχειρίδιο Ιστορίας της Δ΄ Δημοτικού να εντοπίσει τις αδυναμίες αλλά και να αναδείξει τις δυνατότητες της εικονογράφησης και να προσφέρει παραδείγματα για την αξιοποίηση της εικόνας κατά το σχεδιασμό και την εκτέλεση της διδασκαλίας αλλά και κατά τη φάση της αξιολόγησης του μαθητή. Η προβολή των αδυναμιών αυτών δεν έχει ως σκοπό της την αμφισβήτηση της λειτουργικότητας της εικόνας αλλά την  προβολή του πολλαπλού ρόλου τον οποίο μπορεί αυτή να αναλάβει στο πλαίσιο του μαθήματος. Τόσο το σχολικό εγχειρίδιο όσο και το Βιβλίο του δασκάλου καθώς και το Τετράδιο εργασιών δεν αντιμετωπίζουν την εικόνα, παρά μόνον, στις περισσότερες τουλάχιστον περιπτώσεις, ως εποπτικό υλικό, στο οποίο ανατίθεται η εποπτική παρουσίαση των ιστορικών γεγονότων  που εκτίθενται στο κείμενο. Μια τέτοια αντιμετώπιση υποβαθμίζει τις λοιπές λειτουργίες της με την ανάδειξη αποκλειστικά και μόνον του εποπτικού της ρόλου.

Το άρθρο αναζητά το «νέο» στα νέα σχολικά εγχειρίδια της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Διαπιστώνει ότι κατά την παραγωγή τους πραγματοποιήθηκαν σημαντικά βήματα προόδου, τόσο στον παιδαγωγικό τομέα, όσο και σε εκείνον των διαδικασιών παραγωγής και αξιολόγησής τους. Παρά ταύτα, μένουν ακόμη πολλά να γίνουν, αφού η μέχρι σήμερα παραγωγή τους γίνεται κατά βάση με τρόπο διαισθητικό και αποσπασματικό, χωρίς την απαιτούμενη ερευνητική τεκμηρίωση.

Στο πλαίσιο της μελέτης, επιδιώκεται να ερευνηθεί η παρουσία του θεσμού της οικογένειας και των μελών της στα νέα σχολικά εγχειρίδια Γλώσσας και Ανθολογίου, όλων των τάξεων του Δημοτικού σχολείου, σε σχέση με το Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Προγραμμάτων Σπουδών και τα αντίστοιχα Αναλυτικά Προγράμματα.
Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι η παρουσίαση του θεσμού της οικογένειας κατέχει ικανοποιητική θέση. Η οικογένεια και δη η πυρηνική της μορφή, παρουσιάζεται επαρκώς. Ωστόσο, η παρουσίαση άλλων μορφών οικογενειών, όπως για παράδειγμα της μονογονεϊκής, δεν είναι ανάλογη με την αυξητική συχνότητα της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας.