ΤΕΥΧΟΣ 14

ΤΕΥΧΟΣ 14

ΤΕΥΧΟΣ 14

Άνοιξη 2010

EDITORIAL

Ελευθ. Κληρίδης

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Η συγκριτική εκπαίδευση διατήρησε απ’ αρχής μια διαλεκτική σχέση με την εκπαιδευτική πολιτική. Διαμορφώθηκε ως επιστημονικός κλάδος στο τέλος μιας εποχής κατά την οποία η εκπαιδευτική πολιτική αναζήτησε στον εκπαιδευτικό δανεισμό ερείσματα για την καθιέρωση των εθνικών συστημάτων εκπαίδευσης. Συνέχισε να αναπτύσσεται στο πλαίσιο μιας προσπάθειας να κατανοηθούν οι παράγοντες που επηρεάζουν τη χάραξη εκπαιδευτικής πολιτικής και να εξηγηθεί η διαφορετικότητα των επιμέρους συστημάτων. Φιλοδόξησε αργότερα, κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, να δώσει λύσεις στα προβλήματα που δημιούργησε ο εκδημοκρατισμός της εκπαίδευσης και η αξιοποίησή της στην οικονομική ανάπτυξη. Στη φάση αυτή πολιτικοί και συγκριτολόγοι βρέθηκαν συχνά να συνεργάζονται. Μια συνεργασία που συνεχίζεται στις μέρες μας και επεκτείνεται στο πλαίσιο των διεθνών οργανισμών όπου η πολιτική συναντά την τεχνογνωσία. Το άρθρο που ακολουθεί περιγράφει και αναλύει τους ρόλους των δύο πλευρών, τις δυσκολίες που ενέχει μια τέτοια συνεργασία και επισημαίνει τους κινδύνους που περικλείει η προβληματική στη βάση της σύμπραξη των δύο πλευρών.

Το παρόν άρθρο αποτελεί μια πρώτη απόπειρα συγκρότησης μιας ιστορικής αφήγησης για το επιστημονικό πεδίο της συγκριτικής εκπαίδευσης. Σημείο αφετηρίας του άρθρου αποτελεί η παραδοχή ότι ένα από τα πολλά αντιφατικά ζητήματα που προκαλούν εντάσεις στο εσωτερικό της συγκριτικής εκπαίδευσης είναι το γεγονός ότι το εν λόγω πεδίο έχει τις δικές του πολλαπλές ιστορίες, αλλά ταυτόχρονα, αποτελεί και αναπόσπαστο τμήμα της ιστορίας και της κοινωνίας. Σε αυτό το πλαίσιο υποστηρίζεται η θέση ότι μια σοβαρή ιστορία του πεδίου θα πρέπει να επικεντρωθεί στις «εξωτερικές» του σχέσεις· δηλαδή, πρώτον, στη σχέση της συγκριτικής εκπαίδευσης με το ευρύτερο πολιτικοκοινωνικό και οικονομικό της συγκείμενο· δεύτερον, στη χρηστικότητα και στο ρόλο που διαδραματίζει στη δημόσια ζωή η γνώση που καλούνται να δημιουργήσουν οι συγκριτικολόγοι της εκπαίδευσης· και τρίτον, στο πως τόσο η σχέση αυτή όσο και η νομιμοποίηση της ωφελιμότητας και του ρόλου της συγκριτικής εκπαιδευτικής γνώσης μεταβάλλονται από περίοδο σε περίοδο και γιατί.

Στη μελέτη αυτή επιχειρείται μια ιστορικο-συγκριτική ανάλυση του ρηματικού λόγου για την Κυπριακή Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση, όπως αποτυπώνεται σε κείμενα (ομιλίες, ανακοινώσεις, εγκυκλίους), θεσμίσεις και εκθέσεις επιτροπών του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού (ΥΠΠ), και σε σχετικά κείμενα από φορείς της κοινωνίας των πολιτών, από το 2004 μέχρι το 2009.
Η παρούσα ανάλυση αρθρώνεται σε τέσσερα μέρη. Το πρώτο μέρος ασχολείται με την Έκθεση της Επιτροπής των Επτά Πανεπιστημιακών με τίτλο Δημοκρατική και Ανθρώπινη Παιδεία στην Ευρωκυπριακή Πολιτεία. Στο δεύτερο μέρος, πραγματεύεται ο λόγος για εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, όπως αποτυπώνεται στο κείμενο Στρατηγικός Σχεδιασμός του ΥΠΠ και σε μερικά άλλα σχετικά κείμενα εκπαιδευτικής πολιτικής επί κυβέρνησης Τάσσου Παπαδόπουλου (2004-2008). Στο τρίτο μέρος, επιχειρείται μια θεώρηση της σημερινής και εν εξελίξει εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης επί κυβέρνησης Δημήτρη Χριστόφια, όπως αυτή απεικονίζεται σε επιλεγμένα κείμενα. Στο τέταρτο και τελευταίο μέρος, γίνεται μία συνοπτική αποτίμηση των τριών φάσεων της μεταρρύθμισης στην πρόσφατη διαχρονική της πορεία, ιδιαίτερα του μεταρρυθμιστικού λόγου της Έκθεση της Επιτροπής των Επτά Πανεπιστημιακών και του σημερινού, όπου η διαμόρφωση ενός «δημοκρατικού και ανθρώπινου σχολικού συστήματος» τέθηκε ρητά ως απώτερος σκοπός της Κυπριακής πολιτείας.

Το άρθρο παρουσιάζει τις δυσκολίες εφαρμογής της μείζονος εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης που προτάθηκε στην Κυβέρνηση της Κύπρου από την Επιτροπή Εκπαιδευτικής Μεταρρύθμισης (ΕΕΜ) τον Αύγουστο του 2004. Επικεντρώνεται στις αντιδράσεις (υποδοχή, πρόσληψη, στρατηγική, προσδοκίες και διαδικασίες) των πέντε βασικών κοινωνικών φορέων (κυβέρνησης, κοινού, πολιτικών κομμάτων, εκπαιδευτικών οργανώσεων, και γονέων). Επισημαίνονται τρία βασικά προβλήματα στην εφαρμογή: οι αναντιστοιχίες και ασυνέπειες, η σύγχυση, και η μεγάλη καθυστέρηση. Το γενικό συμπέρασμα είναι πως οι δυσκολίες θα ήταν πολύ μικρότερες, αν υπήρχε η αναγκαία εμπειρία στην εφαρμογή αλλαγών στην εκπαίδευση, αν λαμβανόταν περισσότερο υπόψη το ιστορικό και πολιτιστικό συγκείμενο, και αν επιδεικνυόταν λιγότερη σπουδή.

Ο σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να εξετάσει κριτικά το ρόλο του αναλυτικού προγράμματος στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση σήμερα στην Κύπρο. Η κουλτούρα μεταρρύθμισης που έχει δημιουργηθεί στα τελευταία χρόνια στην Κύπρο άφησε να νοείται ότι η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση επιτελείται με την αλλαγή μόνο των αναλυτικών προγραμμάτων, ως οδηγών διδασκαλίας, θέση η οποία μειώνει τις προσδοκίες από την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Η θέση η οποία υποστηρίζεται στο άρθρο αυτό είναι ότι το αναλυτικό πρόγραμμα είναι κείμενο με φιλοσοφικές, κοινωνιολογικές και πολιτικές προεκτάσεις, το οποίο, για να λειτουργήσει, θα πρέπει να υποστηριχθεί με αλλαγές πέρα από τη σχολική τάξη και ότι για να μπορεί το ίδιο να θεμελιώσει την αλλαγή θα πρέπει να συνειδητοποιηθεί και να περιοριστεί η δράση του ως μηχανισμού αποξένωσης των εκπαιδευτικών, των μαθητών και των γονιών από το εκπαιδευτικό έργο και την κοινωνία. Αναλύονται τα χαρακτηριστικά του αναλυτικού προγράμματος που το καθιστούν μηχανισμό αποξένωσης και ανισοτήτων και επισημαίνονται οι συνέπειες για την εκπαίδευση και την κοινωνία.

Το άρθρο διακρίνεται σε πέντε μέρη. Το πρώτο μέρος αναφέρεται στα διάφορα μεταρρυθμιστικά εγχειρήματα που έχουν επιχειρηθεί στην Κύπρο και την Ελλάδα κατά το παρελθόν. Ακολουθεί μια σύντομη παρουσίαση της πολιτικής της ταύτισης της κυπριακής εκπαίδευσης με την αντίστοιχη της Ελλάδας. Στο τρίτο μέρος περιγράφεται σε συντομία η υπό εξέλιξη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση στην Κύπρο. Το τέταρτο μέρος εστιάζεται σε μια βασική όψη της επιχειρούμενης κυπριακής μεταρρύθμισης – αυτή της πρότασης για το ενιαίο λύκειο – και εξετάζει τις ενστάσεις σε αυτή την πρόταση, υποστηρίζοντας ότι αυτές προέρχονται κυρίως από ιστορικά διαμορφωμένες αντιλήψεις και στερεότυπα. Στο τελευταίο μέρος, ο συγγραφέας υποστηρίζει τη θέση ότι ήταν ιστορικό λάθος η πολιτική της απόλυτης ταύτισης της κυπριακής με την ελληνική εκπαίδευση και ενθαρρύνει τους κύπριους πολιτικούς ιθύνοντες να ακολουθήσουν τη δική τους εκπαιδευτική πορεία και να ανασυγκροτήσουν το κυπριακό εκπαιδευτικό σύστημα με βάσει τις προτάσεις της Επιτροπής για την Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση.

Σκοπός του άρθρου είναι να διερευνήσει την επιχειρούμενη αναθεώρηση της σχολικής ιστορίας στην Κύπρο μέσα από το πρίσμα της εκπαιδευτικής μεταφοράς. Υποστηρίζεται ότι το εν λόγω εγχείρημα ανακύπτει ως επίπτωση της μεταφοράς του λόγου της «νέας ιστορίας» στην Κύπρο. Η μεταφορά του συντελεί στη δημιουργία συνθηκών για απαξίωση της «παραδοσιακής ιστορίας» και νομιμοποίηση της επαναδιαπραγμάτευσής του με βάσει τις θεωρητικές και μεθοδολογικές επιταγές της νέας ιστορίας. Επιπλέον, αποτυπώνει τις προσδοκίες των φορέων που τον δανείζονται και δανείζουν για επίλυση τοπικών ή/και ευρύτερα ευρωπαϊκών προβλημάτων, κυρίως πολιτικής φύσεως.
Το κείμενο διακρίνεται σε τέσσερα μέρη. Το πρώτο μέρος προσδιορίζει το θεωρητικό υπόβαθρο του άρθρου. Ακολουθεί η διερεύνηση της ανάδυσης της «νέας ιστορίας» στη διεθνή παιδαγωγική σκηνή και παρουσιάζονται τα ειδοποιά γνωρίσματά της. Το τρίτο μέρος εστιάζεται στις διαδικασίες και τους φορείς μεταφοράς της στην Κύπρο. Στο τέταρτο μέρος εξετάζονται η πρόσληψη και η μεταμόρφωση του λόγου της νέας ιστορίας στο συγκείμενο που μεταφέρεται.