ΤΕΥΧΟΣ 15

ΤΕΥΧΟΣ 15

ΤΕΥΧΟΣ 15

Φθινόπωρο 2010

EDITORIAL

Δ. Ματθαίου

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Η εκπαιδευτική πολιτική δεν είναι πλέον αποκλειστική αρμοδιότητα του έθνους κράτους. Μεγάλοι διεθνείς οργανισμοί και διακρατικοί θεσμοί, στους οποίους ανήκουν οι περισσότερες χώρες, είναι τώρα οι φορείς εκείνοι εντός και δια μέσου των οποίων χαράσσονται οι κύριες κατευθύνσεις των εθνικών εκπαιδευτικών πολιτικών.
Το κείμενο αυτό αποτελεί μια ανάσκοπηση και ανάλυση της εκπαιδευτικής πολιτικής των θεσμών διεθνούς διακυβέρνησης από τη δεκαετία του 1980 μέχρι σήμερα. Στόχος του είναι να κατανόησει καλύτερα το ρόλο τους σε μια εποχή που αυτός ξανασυζητείται με αφορμή τη σημερινή οικονομική κρίση. Το άρθρο εξετάζει τον τρόπο λήψης αποφάσεων στην Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, τον ΟΟΣΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση καθώς και το ιδεολογικό υπόβαθρο των μεταρρυθμιστικών μέτρων που προωθούν στη διεθνή εκπαίδευση.

Από τη δεκαετία του 1980 κι ύστερα το εκπαιδευτικό σύστημα της Αγγλίας, και ειδικότερα το επάγγελμα των εκπαιδευτικών, δέχεται καταιγισμό μεταρρυθμιστικών δράσεων με σκοπό την αναμόρφωσή του και την ενίσχυση της σχολικής επίδοσης. Τα μέτρα που εισήχθησαν κατακρίθηκαν για τον περιορισμό της παραδοσιακής αυτονομίας των άγγλων εκπαιδευτικών και την ανάληψη όλο και μεγαλύτερου ελέγχου της εκπαίδευσης εκ μέρους της κυβέρνησης ως αποτέλεσμα της επικράτησης του Νεοφιλελευθερισμού και της τάσης του Νεο-διοικητισμού στην εκπαίδευση (Godwin, 2002˙ Rikowski, 2006).
Η παρούσα εργασία επιχειρεί μια σύντομη ιστορική ανασκόπηση της πορείας του αγγλικού εκπαιδευτικού συστήματος με σκοπό να αναδείξει τις ρίζες της αποκεντρωμένης του μορφής και να κατανοηθεί η δυναμική του. Παρουσιάζονται τέλος τα μέτρα που εισήχθησαν κατά την τελευταία δεκαετία για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας των εκπαιδευτικών, για την ενίσχυση του κύρους του επαγγέλματος καθώς και για την αποτελεσματικότερη οργάνωση και διοίκηση των σχολείων ώστε να εκτιμηθεί η προοπτική αναμόρφωσης του επαγγελματισμού των εκπαιδευτικών.

Το άρθρο σκοπό έχει να παρουσιάσει τις διεθνείς τάσεις στην έρευνα και τις πολιτικές μεταρρυθμίσεις  σχετικά με την κατάρτιση των διευθυντών σχολικών μονάδων (ΔΣΜ) Α/βάθμιας και Β/βάθμιας εκπαίδευσης σε μία προσπάθεια αναβάθμισης του ρόλου τους, με πρωτοβουλίες που αναλαμβάνονται σε εθνικό, κρατικό και περιφερειακό-τοπικό επίπεδο (ΗΠΑ, Αγγλία, Ουαλία, Σκοτία, Αυστραλία, Σιγκαπούρη, Ε.Ε). Παρουσιάζονται συγκριτικά δεδομένα αναφορικά με την κατάρτιση, την πιστοποίηση, την αξιολόγηση και την επιλογή των διευθυντικών στελεχών εκπαίδευσης. Αξιοποιούνται τα αποτελέσματα διεθνών ερευνών – διαδικασίες και περιεχόμενο κατάρτισης – όπως και το πλαίσιο Πιστοποίησης προσόντων και δεξιοτήτων της Ε.Ε (European Qualification Framework, 2008). Το άρθρο καταλήγει σε προτάσεις ανάληψης δράσης για την κατάρτιση των ΔΣΜ στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα (ΕΕΣ), προς την κατεύθυνση της αναβάθμισης του ρόλου των διευθυντών και της αμφισβήτησης της πεποίθησης «πως ένας καλός εκπαιδευτικός μπορεί να αποβεί και αποτελεσματικός ηγέτης σχολείου». Θέτει προβληματισμούς για την απουσία εθνικών ερευνητικών σχεδιασμών προσαρμοσμένων στο ιδιαίτερο συγκείμενο της ελληνικής εκπαιδευτικής πραγματικότητας σχετικά με τη σημαντικότητα της σχολικής ηγεσίας, τη συμβολή της στη βελτίωση των ελληνικών δημόσιων σχολείων, τις ανάγκες και τις δεξιότητες που αναδύονται από το ρόλο του διευθυντή του ελληνικού σχολείου σήμερα ως πλαίσιο διαμόρφωσης προγραμμάτων κατάρτισης διευθυντικών στελεχών στο ΕΕΣ.

Το άρθρο παρουσιάζεται το ιδεολογικό, εκπαιδευτικό, θεσμικό και λειτουργικό πλαίσιο προετοιμασίας εκπαιδευτικών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στη Φινλανδία και ειδικότερα των καθηγητών των Μαθηματικών και των Φυσικών Επιστημών. Ως βασικές αρχές του φινλανδικού συστήματος παρουσιάζονται η δημιουργία μιας κοινωνίας βασισμένης στη γνώση, αλλά ταυτόχρονα και η ενίσχυση της ισότητας στην εκπαίδευση. Το ίδιο θεμελιώδες είναι επίσης το χαρακτηριστικό της αποκέντρωσης αρμοδιοτήτων στο επίπεδο των σχολικών μονάδων, οι οποίες αποτελούν τα κέντρα λήψης πολλών και σημαντικών αποφάσεων που αφορούν την εφαρμογή της εκπαιδευτικής πολιτικής.
Η εκχώρηση σημαντικών αρμοδιοτήτων στους εκπαιδευτικούς στο επίπεδο της περιφέρειας και της σχολικής μονάδας αλλά και η ανάγκη σύνδεσης των αρμοδιοτήτων αυτών με τους εθνικούς εκπαιδευτικούς στόχους, κατέστησε αναγκαία την πολύπλευρη όσο και συγκροτημένη προετοιμασία τους σε υψηλό επίπεδο. Γι’ αυτό και οι Φινλανδοί εκπαιδευτικοί είναι στο σύνολό τους κάτοχοι μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών. Η εφαρμογή των αποφάσεων της Διαδικασίας της Μπολόνια ήρθαν απλώς να διευρύνουν τις δυνατότητες των υποψήφιων εκπαιδευτικών να επωφεληθούν από σπουδές και σε επίπεδο διδακτορικού διπλώματος.
Τα πανεπιστήμια στα οποία προετοιμάζονται οι μελλοντικοί εκπαιδευτικοί απολαμβάνουν βέβαια πλήρη αυτοτέλεια. Παρά ταύτα, τις περισσότερες φορές, λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τους τις ανάγκες και απαιτήσεις των προγραμμάτων σπουδών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Έτσι ο στόχος των προγραμμάτων σπουδών των εκπαιδευτικών είναι διττός: πρώτον, η παροχή των κατάλληλων εφοδίων, ώστε οι αυριανοί καθηγητές να είναι σε θέση να λειτουργήσουν ως ειδικοί στο επιστημονικό τους αντικείμενο. Για το λόγο αυτό η εκπαίδευση των εκπαιδευτικών περιλαμβάνει τη μελέτη του γνωστικού αντικειμένου του κλάδου τους (major) και ενός συναφούς δευτερεύοντος (minor). Δεύτερον, η παιδαγωγική κατάρτιση και η διδακτική του συγκεκριμένου γνωστικού αντικειμένου. Παράλληλα, με δεδομένες τις αυξημένες αρμοδιότητές τους στη λήψη αποφάσεων στο επίπεδο της σχολικής μονάδας, η προετοιμασία τους περιλαμβάνει επίσης εξοικείωση με την ερευνητική διαδικασία.
Όσον αφορά συγκεκριμένα το πανεπιστήμιο του Ελσίνκι, η εκπαίδευση των μελλοντικών καθηγητών Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών περιλαμβάνει τη διδασκαλία του γνωστικού αντικειμένου στο αντίστοιχο πανεπιστημιακό Τμήμα και παιδαγωγικές σπουδές στο Παιδαγωγικό Τμήμα του ίδιου ιδρύματος. Στα πρωτεύοντα μαθήματα οι φοιτητές υποχρεούνται να εκπονήσουν και τη διπλωματική τους εργασία, είτε με αντικείμενο κάποιο παιδαγωγικό θέμα, είτε ένα θέμα που αφορά το γνωστικό αντικείμενο.
Στόχος τελικά της κατάρτισης των εκπαιδευτικών είναι η δημιουργία επαγγελματιών που να μπορούν να προσφεύγουν σε πολλές και διαφορετικές διδακτικές μεθόδους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, να μπορούν να καταρτίζουν προγράμματα σπουδών και να λαμβάνουν παιδαγωγικού χαρακτήρα αποφάσεις στο επίπεδο της σχολικής μονάδας.