ΤΕΥΧΟΣ 20-21

ΤΕΥΧΟΣ 20-21

ΤΕΥΧΟΣ 20-21

Άνοιξη - Φθινόπωρο 2013

EDITORIAL

Α. Καζαμίας

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Η παιδεία του πολίτη, αλλά και η πολιτική παιδεία ως τομέας της, ως παιδαγωγικό πρόταγμα για ένα εκπαιδευτικό σύστημα που λειτουργεί κάτω από ιδανικές συνθήκες μπορεί να προσδιοριστεί στα πλαίσια ενός ελεύθερου παιδαγωγικού διαλόγου που αντλεί τόσο από την αρχαία ελληνική σκέψη, όσο και από τη σύγχρονη βιβλιογραφία γύρω από τον πολίτη εν γένει και τον πολίτη ως πολιτικό υποκείμενο και αντικείμενο. Διαφορετικά τίθεται το πρόβλημα, όταν οι δύο αυτές έννοιες παραπέμπουν όχι απλώς σε παιδαγωγικό ιδεώδες, αλλά σε παιδαγωγικό ενέργημα. Τότε η πολιτική παιδεία και η παιδεία του πολίτη λειτουργούν κατ’ ανάγκην μέσα σε ένα ιστορικά δεδομένο πλαίσιο με τις εξωτερικές (οικουμενικές, ευρωπαϊκές) και εσωτερικές του (εθνικές) συντεταγμένες. Η ένταξη της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό και το διεθνές οικονομικό και πολιτικό γίγνεσθαι, αλλά και η έλευση ενός υπολογίσιμου αριθμού μεταναστών και προσφύγων στην ελληνική επικράτεια προσέθεσε νέες διαστάσεις στη γνώριμη από το παρελθόν ετερότητα εντός του εκπαιδευτικού οργανισμού και διαφοροποίησε δραστικά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ασκείται η αγωγή του πολίτη και η πολιτική αγωγή. Ο τρόπος με τον οποίο αντέδρασε το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα απέναντι στη νέα πραγματικότητα αναδεικνύει την προσήλωση των διαχειριστών της εκπαιδευτικής πολιτικής σε ζητήματα παιδείας του πολίτη μέσα σε συνθήκες γλωσσικής, θρησκευτικής, εθνοτικής και πολιτισμικής ετερότητας σε τρεις αρχές: (α) στην αρχή της επικοινωνιακής λύσης πραγματικών προβλημάτων, (β) στην αρχή της προσαρμογής των εκπαιδευτικών παρεμβάσεων στην «πολιτική ορθοφροσύνη», και (γ) στην αρχή της πελατειακής διάθεσης των πόρων για εκπαιδευτικές καινοτομίες. Αποτέλεσμα αυτών των πολιτικών είναι μια ανησυχητική κατάσταση αναφορικά με την επίσημη παιδεία του πολίτη. Για τις στρεβλώσεις αυτές ευθύνη δεν έχει μόνο το πολιτικό προσωπικό που εγκρίνει τις «λύσεις», αλλά και το ακαδημαϊκό προσωπικό που τις εισηγείται και τις προωθεί.

Το άρθρο εστιάζεται σε ορισμένα κρίσιμα θεωρητικά ζητήματα που μπορούν να θεωρηθούν ως προϋποθέσεις για την κριτική ανάλυση της ελληνικής περίπτωσης σε συγκριτική προοπτική. Τα προβλήματα και οι ελλείψεις στην πολιτειακή παιδεία αφορούν τη δημοκρατική πολιτική κουλτούρα κάθε πολιτικού συστήματος και δεν θα πρέπει να αποτιμώνται μόνον σε σχέση με τα κριτήρια και τους συγκριτικούς δείκτες (benchmarks) που τίθενται από τους θεσμούς διαχείρισης της τοπικής, εθνικής και υπερεθνικής εξουσίας (κυβερνήσεις, διεθνή φόρα, ΕΕ). Για την πολιτική επιστήμη, οι σχέσεις μεταξύ πολιτειακής παιδείας και πολιτικοποίησης είναι σύνθετες και χαρακτηρίζονται από μια ορισμένη αμφισημία. Ούτε η διεύρυνση ή/και εμβάθυνση της πολιτικής παιδείας οδηγούν απαραίτητα σε εντονότερη πολιτικοποίηση ούτε η πολιτικοποίηση γενικώς προϋποθέτει απαραίτητα πολιτική παιδεία. Στην πραγματικότητα, μόνο μια μορφή πολιτικοποίησης – αυτή που συνδυάζεται με δημοκρατικές μορφές πολιτικής και ορθολογική αποτίμηση των πολιτικών επιλογών, των αποτελεσμάτων και των συνεπειών τους – προϋποθέτει πολιτειακή παιδεία. Παράλληλα, στο άρθρο διατυπώνεται η θέση ότι οι προσεγγίσεις στην πολιτικοποίηση συχνά αμελούν και την επίδραση που έχουν τα περιεχόμενα και τα χαρακτηριστικά της πολιτικής παιδείας στη συνολική τοποθέτηση των πολιτών απέναντι στους πολιτικούς θεσμούς, τα πολιτικά γεγονότα και τη σχέση τους με αυτά. Η περίπτωση της πολιτικής παιδείας σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία προσεγγίζεται ως εξαιρετικά σύνθετη περίπτωση που βοηθά να φωτιστούν οι ουσιαστικές πτυχές των σχέσεων εκπαίδευσης – ταυτότητας – πολιτικοποίησης. Προτείνονται ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά της πολιτειακής παιδείας που συνδυάζει θεσμικές και κανονιστικές διαστάσεις.

Το άρθρο εξετάζει τη σχέση μεταξύ παιδείας και δημοκρατίας και, αντλώντας από τη ρεπουμπλικανική πολιτική θεωρία, διερευνά τη δημοκρατική δυναμική του πρώτου πανευρωπαϊκού προγράμματος για την «Παιδεία της Δημοκρατίας» με στόχο την ενθάρρυνση των νέων να συμμετέχουν στη δημόσια ζωή σε κοινωνικό και σχολικό επίπεδο. Επίσης, επανεξετάζει τη δυναμική των ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων και τις δυνατότητες συμμετοχής που προσφέρουν. Όλα τα παραπάνω μπορούν να συμβάλλουν στη διαμόρφωση μιας civitas Europaea, αποτελούμενης από πολλαπλά δημοκρατικά κοινά με συνείδηση της συλλογικής πολιτικής τους ταυτότητας.

Η εργασία αυτή αποτελεί μια ιστορικοσυγκριτική μελέτη του λόγου για την ιδιότητα και την εκπαίδευση του πολίτη, όπως αυτός αρθρώνεται σε τρεις ιστορικές περιόδους και συγκεκριμένα: α) στην αρχαία αθηναϊκή πόλη-κράτος, β) στη νεωτερική Εθνόπολη (έθνος-κράτος), γ) στην Κοσμόπολη της ύστερης νεωτερικότητας. Ειδικότερα, υποστηρίζεται ότι στην αρχαία αθηναϊκή πόλη-κράτος ο πολίτης συμμετείχε ενεργά στη δημόσια ζωή και ανήκε στην πολιτική κοινότητα. Η παιδεία του πολίτη ήταν, κατά κύριο λόγο, ουμανιστική. Στη νεωτερική Εθνόπολη ο λόγος εστιαζόταν στην εκπαίδευση του εθνικού δημοκρατικού πολίτη, ο οποίος κατείχε συγκεκριμένα δικαιώματα αλλά δεν μετείχε ενεργά στη δημόσια ζωή, όπως ο πολίτης της αθηναϊκής πόλης-κράτος. Η εκπαίδευση του νεωτερικού δημοκρατικού πολίτη επικεντρωνόταν, κατά κύριο λόγο,  σε γνωστικές περιοχές, όπως η ιστορία, η γεωγραφία, οι πολιτικές και κοινωνικές επιστήμες. Στην Κοσμόπολη της ύστερης νεωτερικότητας υπάρχει μια τάση για την εκπαίδευση του ενεργού δημοκρατικού πολίτη. Η εκπαίδευση του πολίτη αφορά, κατά κύριο λόγο, στην καλλιέργεια γνώσεων, δεξιοτήτων, διαθέσεων και προδιαθέσεων διαμέσου του επίσημου αναλυτικού προγράμματος και ιδιαίτερα γνωστικών περιοχών όπως είναι η ιστορία και οι πολιτικές και κοινωνικές επιστήμες και του «κρυφού» αναλυτικού προγράμματος συμπεριλαμβανομένων των μαθητικών συμβουλίων, της συμμετοχής στην κοινότητα και άλλων σχολικών εκδηλώσεων.

Η έννοια του πολίτη αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα του σύγχρονου στοχασμού, τόσο στο χώρο της κοινωνίας, όσο και στο χώρο της εκπαίδευσης. Στην παρούσα μελέτη διατυπώνονται μερικοί βασικοί προβληματισμοί γύρω από την έννοια του πολίτη στο πλαίσιο Συγκριτικής Παιδαγωγικής. Οι  προβληματισμοί αυτοί συσχετίζονται με το σύγχρονο ιδεολογικοπολιτικό, πολιτιστικό, οικονομικό, κοινωνικό και εκπαιδευτικό συγκείμενο. Το βασικό ερώτημα που τίθεται αφορά την έννοια του «πολίτη» του 21ου αιώνα και τις διαστάσεις της έννοιας αυτής που μπορεί να μελετήσει η σύγχρονη Συγκριτική Παιδαγωγική. Υποστηρίζουμε ότι στις ημέρες μας ο Homo Politicus, μπορεί και επιβάλλεται να γίνει και Homo Comparativus.

Η φιλελεύθερη δημοκρατία αναπτύχθηκε παράλληλα με την ανάδυση του κράτους – έθνους στο πλαίσιο του οποίου κατέστη δυνατή η ελευθερία και η αλληλεγγύη μεταξύ των μελών του και, κατ’ επέκταση, η πολιτική του ενότητα, ενώ το μοντέλο του πολίτη (citizenship) και τα διανεμόμενα δικαιώματα καθορίζονταν από την εθνική ταυτότητα. Το γεγονός αυτό είχε ως συνέπεια η φιλελεύθερη δημοκρατία να διαπερνάται από μια θεμελιώδη αντίφαση ανάμεσα στην οικουμενικότητα των φιλελεύθερων αξιών της και στη μερικοκρατία της εθνικής κοινότητας, εντός της οποίας αναπτύχθηκε ιστορικά. Η αντίφαση αυτή αναδεικνύει το ζήτημα για το κατά πόσον είναι δυνατόν στις συνθήκες των σύγχρονων πολυπολιτισμικών κοινωνιών να διαμορφωθούν οι όροι που θα επιτρέψουν τη σύνθεση των φιλελεύθερων οικουμενικών αξιών με τις αξίες της εθνικής ταυτότητας στο πλαίσιο της δημοκρατικής κοινωνίας, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα την ενότητά της.
Το δημοκρατικό σχολείο είναι εξίσου αντιμέτωπο με τα διλήμματα οικουμενικότητα ή μερικοκρατία, ατομικές ελευθερίες ή –αντιφιλελεύθερη- κοινοτική ηθική, εκμάθηση της ελευθερίας του ατόμου (ατομική ταυτότητα) ή καλλιέργεια της πειθάρχησης σε μια δεδομένη ηθική κοινότητα (συλλογική ταυτότητα). Το βασικό ερώτημα που τίθεται εδώ είναι αν το δημοκρατικό σχολείο μπορεί να προωθήσει μια ιδιότητα του πολίτη θεμελιωμένη στις οικουμενικές αξίες και συγχρόνως να καλλιεργήσει μια κοινή πολιτική ηθική στο πλαίσιο της οποίας θα μπορέσει να συμβιβάσει τις οικουμενικές με τις εθνικές αξίες.
Σε θεωρητικό επίπεδο, μια δυνατή απάντηση στα ερωτήματα αυτά είναι μια ρεπουμπλικανικού τύπου πολιτική κουλτούρα, και μια αντίστοιχη ιδιότητα του πολίτη, καλλιεργήσιμη στο δημοκρατικό σχολείο, η οποία θα συνενώνει τις ατομικές ελευθερίες / ταυτότητες στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού ήθους νοούμενο ως το προϊόν μιας διαλογικής επικοινωνίας μεταξύ των πολιτών, χωρίς διακρίσεις στη διανομή των ελευθεριών και των δικαιωμάτων. Μια τέτοια δημοκρατική ηθική δεν μπορεί να αποδίδει προτεραιότητα σε καμιά ταυτότητα και οφείλει να εναρμονίζει, σε συνθήκες ισότητας, τις ατομικές ελευθερίες με το συμφέρον της –εθνικής- κοινότητας «μέσω διαρκώς διακινδυνευμένων και αναθεωρήσιμων συνθέσεων».

Η έννοια και η ιδιότητα του ‘ευρωπαίου πολίτη’, τόσο στο συμβολικό όσο και στο εφαρμοσμένο επίπεδο, συνδέονται άμεσα με τις διαδικασίες του μετασχηματισμού των ευρωπαϊκών κοινωνιών και το πρόταγμα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Στο άρθρο επιχειρείται μια κριτική ανάγνωση διακριτών όψεων της ιδιότητας του ‘ευρωπαίου πολίτη’ στο πλαίσιο του  λόγου και των πολιτικών της ΕΕ, οι οποίες συνδέονται με την επικυριαρχία του μοντέλου της αγοράς, το αυξανόμενο έλλειμμα συμβόλων και δημοκρατίας και την επικράτηση ενός τεχνοκρατικού μοντέλου διακυβέρνησης που συνδέεται με την προοπτική μιας μετρήσιμης «Ευρώπης της γνώσης» κυβερνώμενης από τους αριθμούς.

Στο συγκεκριμένο άρθρο παρουσιάζεται η πορεία ένταξης του μαθήματος της Κοινωνικής και Πολιτικής Αγωγής (ΚΠΑ) στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα κατά τη διάρκεια του 20ού αι. και η ιστορική εξέλιξη των διαφόρων παραδειγμάτων πολιτικής διαπαιδαγώγησης.
Στο πρώτο μέρος αναλύονται οι προσπάθειες ένταξης σκοπών και περιεχομένων μάθησης σχετικών με την παιδεία του πολίτη στα αναλυτικά προγράμματα ως τις αρχές του 20ού αι. Αναλύονται στη συνέχεια οι βασικοί άξονες της ‘Αγωγής του Πολίτου’ κατά τη μεταπολεμική περίοδο σε συνάρτηση με τα κοινωνικοπολιτικά χαρακτηριστικά της ιδιόμορφης αυτής περιόδου.
Στο δεύτερο μέρος ανιχνεύονται τα χαρακτηριστικά του μαθήματος κατά τις δεκαετίες 1970 και 1980. Οι αλλαγές στην εκπαίδευση του πολίτη εντός του εκπαιδευτικού πλαισίου κατά τη δεκαετία του 1990 και του 2000 αποτελούν αντικείμενο ανάλυσης του τρίτου μέρους. Στο τελευταίο μέρος του άρθρου καταγράφονται τα προβλήματα που διαπιστώνονται σήμερα στη διδασκαλία της κοινωνικής και πολιτικής εκπαίδευσης και γίνονται προτάσεις βελτίωσης των περιεχομένων και των τρόπων διδασκαλίας.

Citizenship education in the United State has historically taken many forms. Since Horace Mann laid the foundations for the common school in the mid-19th century, many have claimed that producing citizens is the prime function of public education, and a necessity for the maintenance of a healthy democracy. Others have taken a more functional view on the role of schools in educating citizens, focusing their attention on the acquisition of foundational skills like literacy and numeracy, and some knowledge of government. Citizenship education “for” democracy has always been confounded by the stark inequalities, and lack of democratic processes, that characterize most American schools. This ethnographic essay explores these topics through an investigation of citizenship education in one “diverse” American high school, where competing agendas and principles are readily visible in curricula and school management. The essay concludes by asking not just how citizenship education is delivered, but what kinds of citizens are envisioned, and what kinds are produced.

Στην παρούσα μελέτη διερευνάται ο ρόλος των συνταγματικών θεσμών της Ελλάδας και των Η.Π.Α. στην διαμόρφωση διαφορετικών στόχων και πολιτικής για την παιδεία των πολιτών της κάθε χώρας. Πρώτα παρουσιάζεται η έννοια «πολίτης» μέσα από μια σύντομη αναφορά στις βασικές αρχές, φιλοσοφικές και ιδεολογικές, του φιλελευθερισμού. Στην συνέχεια εξετάζονται οι διαφορές στις εννοιoλογήσεις που απορρέουν από τα συνταγματικά κείμενα των δύο χωρών. Στο σημείο αυτό υποστηρίζεται ότι οι διαφορές αυτές έχουν συμβάλλει ιστορικά στην διαμόρφωση διαφορετικών στόχων για την παιδεία των πολιτών της κάθε χώρας. Με αφορμή την διαπίστωση αυτή και του γεγονότος ότι ο ρόλος του κράτους στις φιλελεύθερες δημοκρατίες έχει αλλοιωθεί, στο τέλος τα εργασίας εγείρονται ορισμένα ερωτήματα αναφορικά με την αναζήτηση των νέων αρχών, φιλοσοφικών και ιδεολογικών, που θα κατευθύνουν την προετοιμασία δημοκρατικών πολιτών σε μια σύγχρονη πλουραλιστική κοινωνία.[/accordion]
Στην εργασία αυτή εξετάζεται το πρόβλημα της καλλιέργειας πολιτών στο ελεύθερο μέρος της Κύπρου. Στο πρώτο μέρος της παρουσιάζονται οι περιοριστικές συγκυρίες και το πολιτικό, κοινωνικοπολιτιστικό και εκπαιδευτικό συγκείμενο καθώς και μερικά σημαντικά πρόσφατα σχετικά γεγονότα, ενώ στο δεύτερο παρατίθενται τα ευρήματα μιας παγκύπριας έρευνας που διεξήχθη την τριετία 2006-2009 μεταξύ τελειοφοίτων (18 ετών) σχολών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης της Κύπρου και συζητούνται τρόποι με τους οποίους τα ευρήματα αυτά μπορούν να αξιοποιηθούν τόσο από το σχολείο όσο και από την πολιτεία και την κοινωνία στην προσπάθεια αποτελεσματικότερης καλλιέργειας πολιτών.

Σε αυτή τη μελέτη εξετάζεται η θέση της Μουσικής στον εκπαιδευτικό λόγο (discourse) στην Αρχαία και στη Νεότερη Ελλάδα και  ο ρόλο της στη διαμόρφωση του «ανθρώπου – πολίτη». Πρώτον, διερευνάται η θέση της Μουσικής στην εκπαίδευση στην Αρχαία Ελλάδα, εστιάζοντας στο λόγο του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Δεύτερον, εξετάζεται η θέση της Μουσικής στην εκπαίδευση στη  Νέα Ελλάδα, εστιάζοντας στο επίσημο αναλυτικό πρόγραμμα. Συνδυαστικά  παρουσιάζεται μια μελέτη περίπτωσης – διδασκαλίας του μαθήματος της Μουσικής στο 9ο Γυμνάσιο Χανίων, με σκοπό να διαφανεί  πώς η Μουσική Παιδεία μπορεί να επηρεάσει και να διαμορφώσει την πολιτική συνείδηση του μαθητή και του αυριανού ενεργού πολίτη.

Όταν μιλάμε για αγωγή του πολίτη και σχολικό πρόγραμμα, συνήθως εννοούμε το μάθημα της κοινωνικής και πολιτικής αγωγής. Αν είμαστε λίγο πιο πολύ προβληματισμένοι θα σκεφτούμε την ιστορία και γεωγραφία και στην καλύτερη περίπτωση θα σκεφτούμε τα κείμενα που χρησιμοποιούνται για τη διδασκαλία της γλώσσας. Σπανίως, αν όχι ποτέ δεν σκεφτόμαστε τη συμβολή της Μαθηματικής εκπαίδευσης στην αγωγή του πολίτη, που στο άρθρο αυτό τονίζεται ότι είναι σημαντική.
Στο άρθρο αυτό μελετώ τη σχέση μεταξύ μαθηματικών και της κατασκευής του πολίτη. Το άρθρο είναι διαιρεμένο σε δυο μέρη. Στο πρώτο μέρος και στην πρώτη ενότητα, προκειμένου να εντοπίσω το ρόλο της διδασκαλίας των μαθηματικών εστιάζω στο πώς αναδύθηκε η ανάγκη της χρήσης των Μαθηματικών κατά το Μεσαίωνα και πώς αυτή η ανάγκη κατέληξε στην εδραίωση της διδασκαλίας των Μαθηματικών από το εκπαιδευτικό σύστημα κατά την νεωτερικότητα. Στη δεύτερη ενότητα ακολουθώ τη γενεαλογία της διδασκαλίας των Μαθηματικών από την προνεωτερικότητα στην νεωτερικότητα, με έμφαση στη βασική εκπαίδευση στην Ελλάδα. Η βασική εκπαίδευση είναι σημαντική ως πεδίο διδασκαλίας εφόσον θεωρείται ότι είναι η γνώση του λαού. Σπάνια οι άνθρωποι των λαϊκών τάξεων ξέφευγαν και αποκτούσαν εκπαίδευση πέρα από τη βασική. Το ποιος ήταν ο ρόλος της διδασκαλίας των Μαθηματικών και τι μαθηματικά διδάσκονταν και ως εκ τούτου θεωρούνταν απαραίτητα είναι ένα σημαντικό πεδίο μελέτης και αναφοράς για το ρόλο του πολίτη. Η μέθοδος που ακολουθείται στο πρώτο μέρος είναι η ιστορικο-συγκριτική (Καζαμίας, 1992).
Στο δεύτερο μέρος (τρίτη ενότητα) εστιάζω στη διδασκαλία των Μαθηματικών στην μετανεωτερικότητα κάτω από την εντατικοποίηση της παγκοσμιοποίησης και τονίζω την ανάγκη της κριτικής μαθηματικής παιδείας. Εδώ η ανάλυση που κάνω είναι κριτική όπως αυτή εφαρμόζεται στο πλαίσιο της κριτικής παιδαγωγικής. [/accordion]
Tις τελευταίες δεκαετίες η εκπαίδευση του πολίτη (citizenship education) στις αναπτυγμένες κοινωνίες διαμορφώνεται ως χώρος με ολοένα και μεγαλύτερο ενδιαφέρον, καθιστώντας το αντικείμενο μια από τις τέσσερις εκπαιδευτικές προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης. Βασικός άξονας αυτής της εκπαίδευσης είναι η καλλιέργεια της ικανότητας των μαθητών να οικειοποιηθούν την πολιτική γνώση, αποκτώντας την αυτοπεποίθηση που απαιτεί ο μελλοντικός ρόλος τους ως ενεργών πολιτών μιας πολυεπίπεδης και ταχύτατα μεταβαλλόμενης κοινωνικής πραγματικότητας. Με κριτήριο μια περισσότερο βιωματική/χειραφετιτική εκπαίδευση των μαθητών, όπως αυτή φαίνεται να επιλέγεται και από τα κείμενα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αυτή η εργασία αποτελεί μιάν έρευνα περιεχομένου του διδακτικού πακέτου για το μάθημα Κοινωνική και Πολιτική Αγωγή που διδάσκεται στη Γ΄Γυμνασίου στα πεδία α) της σχολικής γνώσης που επιλέγεται ως περιεχόμενο και β) των παιδαγωγικών και διδακτικών πλαισίων, στο βαθμό που αυτά επανακαθορίζουν τις επιλογές περιεχομένου. Η έρευνα καταδεικνύει την προσπάθεια εισαγωγής νέων πρακτικών που ενθαρύνουν την κριτική ανάλυση των εννοιών και την οικειοποίηση της κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Καταδεικνύει επίσης τον σημαντικό ρόλο του εκπαιδευτικού, ως καθοριστικού διαμορφωτή του σχολικού περιβάλλοντος (school climate) και της διδακτικής πρακτικής, στο βαθμό που αυτά αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες στην κατεύθυνση της αναστοχαστικής επεξεργασίας από τους μαθητές των ήδη διαμορφωμένων νοηματοδοτήσεων της πολιτικής συμμετοχής.