ΤΕΥΧΟΣ 4

ΤΕΥΧΟΣ 4

ΤΕΥΧΟΣ 4

Άνοιξη 2005

EDITORIAL

Α. Καζαμίας, Δ. Ματθαίου

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Η αναγκαιότητα της ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων βρίσκεται τα τελευταία χρόνια στο επίκεντρο των συζητήσεων για την ανώτατη εκπαίδευση στην Ελλάδα. Το άρθρο διερευνά τις διαστάσεις του γενικευμένου αυτού προβληματισμού και αναζητά τα συμφραζόμενα του λόγου που αρθρώνουν υποστηρικτές και αντίπαλοι, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το όλο ζήτημα αποτελεί στην πραγματικότητα έκφραση της παρατεταμένης μεταρρυθμιστικής απραξίας στο χώρο των πανεπιστημίων και αντίδοτο στη διαλογική ένδεια που χαρακτηρίζει γενικότερα την Ελληνική πολιτική κουλτούρα.[/accordion]
Η ελληνική ανώτατη εκπαίδευση ευρισκόμενη υπό καθεστώς απόλυτου κρατικού ελέγχου, λόγω της σχετικής αναχρονιστικής συνταγματικής διάταξης, είναι αναποτελεσματική. Στο άρθρο που ακολουθεί παρατίθενται τα επιχειρήματα κατά του δημόσιου μονοπωλίου και υπέρ της ενίσχυσης του ανταγωνισμού στην ανώτατη εκπαίδευση και προτείνονται γενικές αρχές και κατευθύνσεις, ώστε η χώρα μας να αποκτήσει μια δυναμική ανώτατη εκπαίδευση, ικανή να εξάγει τόσες εκπαιδευτικές υπηρεσίες ώστε να καταλάβει δεσπόζουσα θέση μεταξύ των εξαγωγικών κλάδων της Ελληνικής οικονομίας.

Η παγκοσμιοποίηση, ο διεθνής ανταγωνισμός και η ανάπτυξη της κοινωνίας της γνώσης επιβάλλουν την υπέρβαση των ιδεολογικών και θεσμικών αγκυλώσεων του παρελθόντος και την αδειοδότηση της λειτουργίας ιδιωτικών πανεπιστημίων διαφόρων τύπων. Μια τέτοια ενέργεια θα διασφαλίσει στους υποψήφιους φοιτητές το δημοκρατικό δικαίωμα της επιλογής τύπου ιδρύματος και του επιστημονικού κλάδου που θα σπουδάσουν, θα περιορίσει την εκροή σπουδαστικού συναλλάγματος και εγκεφάλων, θα επιτρέψει την προσέλκυση ξένων φοιτητών, και τέλος θα κάνει στενότερη τη σύνδεση των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων με την παραγωγή και περισσότερο ευέλικτο και προσαρμοστικό προς τις ανάγκες της αγοράς εργασίας το παραγόμενο ανθρώπινο δυναμικό. Άλλωστε ιδιωτική ανώτατη εκπαίδευση διαθέτει το σύνολο των ευρωπαϊκών χωρών, ανάμεσά τους και εκείνες, όπως η Ιρλανδία και η Φινλανδία, οι επιδόσεις των οποίων στην εκπαίδευση και την οικονομία αποτελούν αντικείμενο θαυμασμού στην Ελλάδα.

Στην εποχή της οικουμενικότητας και της κοινωνίας της γνώσης το κράτος δεν πρέπει να μονοπωλεί την παροχή Ανώτατης Εκπαίδευσης. Τα μη-κρατικά, μη-κερδοσκοπικά πανεπιστήμια μπορούν να αποτελέσουν για την Ελλάδα την εναλλακτική λύση που θα συμβάλει, μέσα από τον ανταγωνισμό, στην ποιοτική αναβάθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου, στην ανακούφιση του κρατικού προϋπολογισμού και στην αποκατάσταση της συνταγματικής νομιμότητας που παραβιάζεται από την κατάργηση στην ουσία της δωρεάν εκπαίδευσης και την παραβίαση της αρχής της ισότητας των ευκαιριών, από τη στιγμή που τα εύπορα στρώματα του πληθυσμού έχουν τη δυνατότητα σπουδών στο εξωτερικό.

Το πρόβλημα των δημόσιων πανεπιστημίων εντοπίζεται στην ελλιπή χρηματοδότησή τους και στο παρωχημένο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας τους. Και για τα δύο την ευθύνη  έχει το κράτος. Η ίδρυση συνεπώς ιδιωτικών πανεπιστημίων –τα οποία, σημειωτέον, θα είναι υποχρεωμένα να λειτουργούν υπό το θεσμικό καθεστώς εξάρτησης από το κράτος– δεν μπορεί να αποτελεί λύση. Τη μόνη έξοδο από τα αδιέξοδα συνιστά τη εφαρμογή της αρχής ο τρώσας και ιάσεται.

Στη συζήτηση που αφορά το Πανεπιστήμιο και τις προοπτικές του έχουν αναπτυχθεί σήμερα δύο διαφορετικοί λόγοι. Ο πρώτος υποστηρίζει την «ανάγκη» ίδρυσης μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων παροχής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, επικαλούμενος την «αναντιστοιχία πανεπιστημίου και αγοράς». Ο δεύτερος υπερασπίζεται «το δημόσιο χαρακτήρα του πανεπιστημίου. Στο άρθρο αυτό αναλύονται τα χαρακτηριστικά αυτών των λόγων και υποστηρίζεται η ανάγκη διαμόρφωσης ενός πλαισίου λογοδοσίας και αξιολόγησης πέρα από δογματικούς εφησυχασμούς.

Σε μια προσπάθεια να συντεθούν τα διεστώτα, το δημόσιο με το ιδιωτικό πανεπιστήμιο, ορισμένοι προτείνουν τη δημιουργία του μη-κρατικού, μη- κερδοσκοπικού πανεπιστημίου. Το άρθρο εξηγεί γιατί το θεσμικό αυτό υβρίδιο είναι θνησιγενές και σε κάθε περίπτωση δεν αντιμετωπίζει τα χρόνια προβλήματα της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης.

Το άρθρο, μολονότι εκφράζει τη θέση του συγγραφέα ότι τα μη–κρατικά ΑΕΙ δεν έχουν τίποτα το ιδιαίτερα θετικό να προσφέρουν στην παιδεία και στην εκπαίδευση στην Ελλάδα, επικεντρώνεται στους όρους που πρέπει απαραιτήτως να συντρέχουν για ν’ αρχίσει ο σχετικός διάλογος.
Αυτοί οι όροι σχετίζονται με τον εθνικό σχεδιασμό, τις προϋποθέσεις χορήγησης αδείας και τον έλεγχο/ εποπτεία επί των Ιδρυμάτων αυτών, την πρόσβαση των φοιτητών, τη διοίκηση, τις εκλογές μελών ΔΣΠ, το πρόγραμμα σπουδών κ.ο.κ.
Ο συγγραφέας πιστεύει ότι οι αποκλίσεις από το γενικό νομοθετικό πλαίσιο πρέπει να είναι ελάχιστες και να ελέγχονται από τη Βουλή των Ελλήνων, από το ΕΣΥΠ και από Ανεξάρτητη Αρχή. Τέλος υποστηρίζει ότι αν ενισχυθούν τα δημόσια ΑΕΙ αυτός ο διάλογος είναι μόνο θεωρητικός.

Η κεντρική ιδέα του άρθρου είναι ότι η συζήτηση περί δημιουργίας ιδιωτικών ή μη-κερδοσκοπικών μη-κρατικών Πανεπιστημίων στην Ελλάδα βρίσκεται στην ουσία εκτός τόπου και χρόνου σε σχέση με τη σύγχρονη Ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Κατά το άρθρο, η Ευρωπαϊκή ατζέντα ανώτατης εκπαίδευσης σήμερα δεν περιέχει την παραμικρή αναφορά σε ζητήματα σχετικά με τα Πανεπιστήμια αυτά. Περαιτέρω μάλιστα, επισημαίνεται στο άρθρο ότι η Ελλάδα συζητάει σήμερα ένα ζήτημα εκτός Ευρωπαϊκής ατζέντας, τη στιγμή που από την άλλη μεριά είναι η χώρα εκείνη που παρουσιάζει τις μεγαλύτερες υστερήσεις στην υλοποίηση των πραγματικών στόχων της Διαδικασίας της Μπολώνιας. Το άρθρο καταλήγει σε μία καταγραφή των προϋποθέσεων υπό τις οποίες θα μπορούσε να γίνει η συζήτηση περί ιδιωτικών ή μη-κερδοσκοπικών μη-κρατικών Πανεπιστημίων στην Ελλάδα, έστω και εκτός της σύγχρονης Ευρωπαϊκής ατζέντας. Πρωταρχική λοιπόν προϋπόθεση για να αρχίσει μία τέτοια συζήτηση είναι να διατυπώσουν με σαφήνεια και καθαρότητα τις απόψεις τους και τα επιχειρήματά τους και οι υποστηρικτές της πρότασης, οι οποίοι μέχρι σήμερα σιωπούν συστηματικά. Μάλιστα, το άρθρο διατυπώνει συγκεκριμένα ερωτήματα στα οποία πρέπει να απαντήσουν οι υποστηρικτές της πρότασης. Ενδιαμέσως, το άρθρο πραγματεύεται δύο ζητήματα τα οποία συσχετίζονται με την υπόθεση της δημιουργίας ιδιωτικών ή μη-κερδοσκοπικών μη-κρατικών Πανεπιστημίων. Το ένα ζήτημα είναι η υπόθεση της επιχειρηματικής διάστασης των κρατικών Πανεπιστημίων προκειμένου να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα των περικοπών των δημόσιων δαπανών ιδίως της τελευταίας δεκαετίας, ενώ το άλλο ζήτημα είναι το πρόβλημα της λειτουργίας των Κέντρων Ελευθέρων Σπουδών για το οποίο προτείνονται συγκεκριμένες εναλλακτικές λύσεις.

From the introduction of the higher learning in 1636 to the present, the evolution of the public-private configuration has been shaped by myriad internal and external forces that, over time, have provided both opportunities and challenges to the American agenda of providing access to and excellence in colleges and universities. Along with tracing the history of the configuration, this article explores three popular myths and invites the reader to (re)interpret its meanings and effects.

Η δομή της ανώτατης εκπαίδευσης στην Αμερική και ο συσχετισμός δημοσίων και ιδιωτικών ιδρυμάτων είναι ταυτόχρονα συντελεστής και αποτέλεσμα ποικίλων επιρροών, κοινωνικών δυνάμεων και νομικών κανόνων, στη διάρκεια των τελευταίων τριακοσίων πενήντα χρόνων.
Ένας από τους κυριότερους παράγοντες που διαμόρφωσαν το σημερινό σχήμα δημόσια – ιδιωτική ανώτατη εκπαίδευση ήταν η έλλειψη συγκεκριμένης πρόβλεψης στο Σύνταγμα των ΗΠΑ. Όταν προέκυψε η ανάγκη διασάφησης του δημόσιου ή ιδιωτικού χαρακτήρα των ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ (με αφορμή την υπόθεση του κολεγίου Dartmouth το 1819) αποφάνθηκε ότι τα ιδιωτικά ιδρύματα, ακόμη και όταν υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον, δεν υπόκεινται στους περιορισμούς του ομοσπονδιακού συντάγματος, όπως τα δημόσια.
Μια δεύτερη σημαντική παράμετρο στη διαμόρφωση του συστήματος Ανώτατης Εκπαίδευσης αποτέλεσαν οι γνωστοί ως Morrill Land Grant Acts (1862 και 1890), με τους οποίους ομοσπονδιακή γη μοιραζόταν στις πολιτείες, από την πώληση της οποίας θα προέκυπταν πόροι για τη δημιουργία των πολιτειακών κολεγίων. Ιδρύθηκαν τότε περί τα 70 ιδρύματα μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, μεταξύ των οποίων τα πιο γνωστά σήμερα δημόσια πανεπιστήμια και συγκροτήματα πανεπιστημίων. Τα ιδρύματα αυτά παρείχαν οικονομικά προσιτές σπουδές σε σημαντικό μέρος του φοιτητικού πληθυσμού.
Τη σχέση ανάμεσα στα δημόσια και τα ιδιωτικά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα επηρέασαν κατά τον 20ο αιώνα δύο ακόμη παράγοντες. Ο πρώτος αφορά τη διεύρυνση της ανώτατης εκπαίδευσης και τις χρηματοδοτικές προτεραιότητες που τη στήριξαν. Η έμφαση που δόθηκε στη χρηματοδότηση προγραμμάτων με καθαρά πραγματιστικό προσανατολισμό οδήγησε αφενός στην αύξηση του αριθμού των διετών κολεγίων (από 25 το 1910 σε πάνω από 800 το 1970) και αφετέρου στην ανάπτυξη διακριτών επιστημονικών και επαγγελματικών ταυτοτήτων –όσο και ανταγωνιστικού κλίματος– μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών ιδρυμάτων. Ο δεύτερος παράγοντας σχετίζεται με την ψήφιση του Νόμου για την Ανώτατη Εκπαίδευση το 1965. Ο νόμος προέβλεπε την επιχορήγηση φοιτητών και την παροχή σ’ αυτούς εγγυημένων από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση δανείων προκειμένου να παρακολουθήσουν προγράμματα τόσο σε δημόσια όσο και σε ιδιωτικά ανώτατα ιδρύματα. Με τον τρόπο αυτό η κυβέρνηση επιβεβαίωνε τη σημασία που έδινε και στους δύο τομείς, και ενίσχυε τον ανταγωνισμό στην εκπαιδευτική αγορά, ισχυροποιώντας τη διμερή δομή της.
Η αποτύπωση της σημερινής κατάστασης στην Αμερικανική ανώτατη εκπαίδευση μπορεί να γίνει με δύο τρόπους:
(α) Μέσω των αριθμών: Σήμερα υπάρχουν 1720 δημόσια και 1665 ιδιωτικά μη κερδοσκοπικά ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης. Από αυτά, μόνο 100 περίπου από τα ιδιωτικά κολέγια και πανεπιστήμια δεν παρέχουν πρώτο πτυχίο ή ανώτερους τίτλους σπουδών. Αντίθετα, η πλειονότητα (63%) των δημόσιων ιδρυμάτων παρέχει μόνο προγράμματα συνεχιζόμενης, τεχνικής, επαγγελματικής, ενδιάμεσης –μεταξύ κολεγίου και πανεπιστημίου– εκπαίδευσης αλλά και προπτυχιακά προγράμματα. Από το σύνολο των 16 περίπου εκατομμυρίων φοιτητών ποσοστό 39% είναι εγγεγραμμένο στα δημόσια τετραετή κολέγια και πανεπιστήμια, 37% στα δημόσια διετή κολέγια και λιγότερο από 25% στα ιδιωτικά κολέγια και πανεπιστήμια.
Η μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση στις ΗΠΑ είναι μια ακμάζουσα βιομηχανία με κύκλο εργασιών πάνω από $250 δισεκατομμύρια. Η δημόσια χρηματοδότηση το 2001 αφορούσε το 31% του προϋπολογισμού των δημόσιων τετραετών ιδρυμάτων και μόνο το 1% των αντίστοιχων ιδιωτικών. Την ίδια χρονιά τα δίδακτρα αφορούσαν ποσοστό 17% και 38% του συνολικού κόστους αντίστοιχα, υπογραμμίζοντας το γεγονός ότι το κόστος σπουδών σε ένα δημόσιο τετραετές ίδρυμα είναι το μισό από αυτό ενός αντίστοιχου ιδιωτικού.
(β) Μέσω της σημασίας που αποδίδουν τα άτομα και η κοινωνία στο δημόσιο και το ιδιωτικό πανεπιστήμιο: Η σημασία αυτή αποτυπώνεται στους πίνακες κατάταξης των ιδρυμάτων που δημοσιεύονται από διάφορες πηγές. Στην κατηγοριοποίηση, παραδείγματος χάριν, του περιοδικού U.S. News and World Report (η οποία είναι πολύ δημοφιλής εκτός των ακαδημαϊκών κύκλων), λίγα δημόσια πανεπιστήμια καταφέρνουν να βρεθούν στις ανώτερες θέσεις της σχετικής λίστας. Η εικόνα που δημιουργεί η κατηγοριοποίηση αυτή είναι ενδεικτική του πώς η διάκριση αυτή ανάμεσα στα «δημόσια» και τα «ιδιωτικά» μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ένδειξη της ποιότητάς τους από την πλευρά της κοινωνίας. Η εικόνα αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική και από την άποψη ότι η κρατούσα αντίληψη θέλει την ανέλιξη ενός ατόμου στο χώρο της εργασίας να εξαρτάται από το όνομα που έχει το πανεπιστήμιο. Είναι αναρίθμητοι οι οδηγοί σπουδών που εφιστούν την προσοχή των υποψηφίων φοιτητών στο πόσο κρίσιμο θέμα για την επαγγελματική αποκατάστασή τους είναι το όνομα της σχολής/ ιδρύματος στο οποίο επιλέγουν να φοιτήσουν.
Σε γενικές γραμμές, η συνύπαρξη δημόσιων και ιδιωτικών ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης –παρά τις μεταξύ τους διαφορές και συγκριτικές επιδόσεις– θεωρείται ότι έχει γενικώς ευεργετικά αποτελέσματα για τρεις κυρίως λόγους:
Πρώτον, ενισχύει την ανταγωνιστικότητα και τον πειραματισμό μεταξύ των κολεγίων και των πανεπιστημίων. Ο ανταγωνισμός δημοσίου και ιδιωτικού δρά δημιουργικά, υπό την έννοια ότι δημιουργεί μια «χρήσιμη ένταση» που εντοπίζεται στη συνειδητοποίηση της πιθανότητας απώλειας του συγκριτικού πλεονεκτήματος ενός ιδρύματος.
Δεύτερον, υποστηρίζεται ότι η ύπαρξη ιδιωτικών ιδρυμάτων κάνει τη μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση φθηνότερη για την κυβέρνηση: Η αντίληψη αυτή στηρίζεται στην παραδοχή ότι η απουσία των ιδιωτικών ιδρυμάτων θα είχε ως αποτέλεσμα την κάλυψη του σχετικού κενού από δημόσια ιδρύματα, άρα και αυξημένες δαπάνες από τη μεριά του κράτους. Η αντίληψη αυτή δε φαίνεται όμως να λαμβάνει υπόψη τη δυνατότητα να υπάρχει ένα λιγότερο πολυπληθές σύστημα ανώτατης εκπαίδευσης. Πάντως, αυτό που μπορεί με ασφάλεια να υποστηρίξει κανείς είναι ότι τα ιδιωτικά ιδρύματα έχουν ουσιαστική συνεισφορά στην αύξηση της πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση.
Τρίτον, ορισμένοι θεωρούν ότι τα δημόσια και τα ιδιωτικά κολέγια και πανεπιστήμια έχουν διαφοροποιημένη συνεισφορά στο δημόσια αγαθό της μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Υπό την έννοια αυτή πολλοί υποστηρίζουν ότι η μείωση της δημόσιας χρηματοδότησης της ανώτατης εκπαίδευσης συνδέεται με την παρακμή της μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ως δημόσιου αγαθού. Όμως αν τα δημόσια ιδρύματα γίνουν περισσότερο «ιδιωτικά» θα πάψει το προσφερόμενο αγαθό να είναι δημόσιο; Δε θεωρούμε ότι τα ιδιωτικά ιδρύματα συνεισφέρουν κι αυτά στο κοινό καλό; Υπάρχουν πολλά παρόμοια ζητήματα που πρέπει να διερευνηθούν στον επικείμενο διάλογο.

Οι απαρχές του Τουρκικού συστήματος ανώτατης εκπαίδευσης βρίσκονται στην ίδρυση στρατιωτικών σχολών κατά την περίοδο από το 1773 έως το 1839. Το πρώτο πανεπιστήμιο, το Darülfunun, ιδρύθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1863. Οι διαλέξεις των καθηγητών (πολλοί από τους οποίους ήταν ξένοι λόγω έλλειψης καταρτισμένων ντόπιων) ήταν ανοικτές στο κοινό. Το πανεπιστήμιο έγινε αυτόνομο το 1919. Όμως μετά την επανάσταση του Κεμάλ Ατατούρκ, το Darülfunun θεωρήθηκε ότι δε συμβάλλει στη διαδικασία εκσυγχρονισμού της χώρας και έκλεισε με νόμο του 1933. Στη θέση του ιδρύθηκε στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης, το οποίο υπαγόταν απ’ ευθείας στο Υπουργείο Παιδείας.
Η αυτονομία των πανεπιστημίων νομοθετήθηκε από την πολυκομματική βουλή του 1946 και ακολούθησαν έκτοτε πέντε δεκαετίες συνεχούς επέκτασης της ανώτατης εκπαίδευσης. Στις δεκαετίας του 1950 και του 1960 ιδρύθηκαν πανεπιστήμια, κατ’ αρχάς στην Άγκυρα και την Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια σε όλες τις περιοχές της χώρας, κυρίως στις μεγάλες πόλεις. Κάποια από τα νέα πανεπιστήμια ιδρύθηκαν με τη συνεργασία και την επίβλεψη ξένων (κυρίως αμερικανικών) πανεπιστημίων και διεθνών οργανισμών, όπως της UNESCO.
Η αύξηση της ζήτησης για ανώτατη εκπαίδευση, ως αποτέλεσμα της καλύτερης οικονομικής προοπτικής των πτυχιούχων της, οδήγησε στη θέσπιση «Διαπανεπιστημιακών Εξετάσεων Επιλογής» από το 1963 καθώς και στην ίδρυση ιδιωτικών κολεγίων το 1965. Όμως, τόσο το δικαίωμα παροχής ανώτατης εκπαίδευσης από ιδιωτικούς φορείς, όσο και η ποιότητα των σπουδών στα κολέγια αμφισβητήθηκε έντονα και ως εκ τούτου η κυβέρνηση ενσωμάτωσε το 1971 κάποια απ’ αυτά στα υπάρχοντα πανεπιστήμια, ενώ έκλεισε τα υπόλοιπα.
Το 1983 ιδρύθηκε το «Συμβούλιο Ανώτατης Εκπαίδευσης» με αρμοδιότητα την ανάπτυξη, το συντονισμό, τη διοίκηση, και τη χρηματοδότηση όλων των ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης. Το 1990 το ποσοστό συμμετοχής των νέων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση έφτασε το 9,27%. Η κυβέρνηση, θεωρώντας το ποσοστό αυτό χαμηλό, προχώρησε το 1992 στην ίδρυση 23 ακόμη πανεπιστημίων σε μικρότερες πόλεις, επιτυγχάνοντας έτσι την αύξησή του σήμερα, –με τη βοήθεια και των ιδιωτικών πανεπιστημίων– στο 18%.
Γεγονός είναι ότι η επέκταση της ανώτατης εκπαίδευσης έγινε σε περιόδους γενικότερων πολιτικών αλλαγών και ήταν κυρίως ποσοτική χωρίς ποιοτικά κριτήρια.
Η ίδρυση ιδιωτικών, μη-κερδοσκοπικών πανεπιστημίων προβλέπεται από το Σύνταγμα του 1982, αλλά το Συμβούλιο Ανώτατης Εκπαίδευσης απέτρεψε την ίδρυση σημαντικού αριθμού από αυτά έως τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Σήμερα υπάρχουν στην Τουρκία 23 ιδιωτικά πανεπιστήμια, σε σύνολο 76 κυρίως στις τρεις μεγάλες πόλεις, Κωνσταντινούπολη (15), Άγκυρα (5) και Σμύρνη (2). Σ΄ αυτά φοιτούν περίπου το 6,2% των φοιτητών και απασχολείται περίπου το 6,6% του συνόλου των καθηγητών, ενώ η διδασκαλία γίνεται στην Αγγλική γλώσσα.
Το γεγονός ότι τόσο τα κριτήρια εισαγωγής όσο και ο αριθμός των φοιτητών που εισάγονται καθορίζεται και για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια από το Συμβούλιο Ανώτατης Εκπαίδευσης, έχει ως αποτέλεσμα τα ιδρύματα αυτά να λειτουργούν με αριθμό φοιτητών μικρότερο απ’ όσο θα μπορούσαν να απορροφήσουν· σε πολλές περιπτώσεις με λιγότερο από το μισό των διαθέσιμων θέσεων. Ταυτόχρονα υπάρχουν περίπου 45.000 φοιτητές που σπουδάζουν στο εξωτερικό, αφού δεν έγιναν δεκτοί από τα πανεπιστήμια.
Τα δίδακτρα των ιδιωτικών πανεπιστημίων μπορεί να καταβάλει μόνο το εύρωστο οικονομικά, δηλαδή μικρό, τμήμα της Τουρκικής κοινωνίας. Πολλά εντούτοις από τα ιδρύματα αυτά χορηγούν υποτροφίες σε φοιτητές χαμηλότερου εισοδήματος, χωρίς αυτό να είναι πάντοτε αρκετό για τους πιο φτωχούς φοιτητές.
Τα ιδιωτικά πανεπιστήμια ανήκουν σε ιδρύματα, τα οποία συνδέονται με μεγάλες ιδιωτικές εταιρείες. Θεωρούνται ιδρύματα υψηλού κύρους και λαμβάνουν κάθε μέτρο διασφάλισης της ποιότητας της παρεχόμενης εκπαίδευσης. Πολλά επίσης από τα πανεπιστήμια αυτά συνδέονται με ιδιωτικά εκπαιδευτήρια της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευση ή αποτελούν προέκτασή τους.
Μεγάλο μέρος του διοικητικού και του διδακτικού προσωπικού των ιδιωτικών πανεπιστημίων προέρχεται από τις Ηνωμένες πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση ή είναι Τούρκοι που επαναπατρίστηκαν έχοντας προηγουμένως διδάξει σε πανεπιστήμια του εξωτερικού ή έχοντας εργαστεί σε μεγάλες ξένες εταιρείες (αναστροφή της «διαρροής εγκεφάλων»). Τα ιδιωτικά πανεπιστήμια δέχονται όμως συχνά κριτική για το γεγονός ότι προσλαμβάνουν διδάσκοντες από τα κρατικά πανεπιστήμια, ότι δεν διατηρούν ικανό αριθμό βοηθητικού ερευνητικού προσωπικού και γενικότερα ότι δεν δίνουν σημασία στην εκπαίδευση του προσωπικού τους. Παρ’ όλ’ αυτά, αξιοσημείωτο είναι πάντως το γεγονός ότι το ποσοστό των διεθνών ή άλλων δημοσιεύσεων του προσωπικού των ιδρυμάτων αυτών είναι πολύ υψηλό.
Τα τουρκικά ιδιωτικά πανεπιστήμια προσφέρουν τέλος διετή προγράμματα με σαφή επαγγελματικό προσανατολισμό σε τομείς υψηλής ζήτησης στην οικονομία, καθώς και μεταπτυχιακές σπουδές (18% του συνόλου των μεταπτυχιακών προγραμμάτων και 7,63% των μεταπτυχιακών φοιτητών). Είναι αρκετά ευέλικτα στην ανάπτυξη διεθνών συνεργασιών και ανταλλαγών φοιτητών και προσωπικού.
Η επέκταση των ιδιωτικών πανεπιστημίων έχει βοηθήσει στην αύξηση της συμμετοχής στην ανώτατη εκπαίδευση, έχει δώσει ευκαιρίες απασχόλησης σε επιστήμονες με υψηλή κατάρτιση αλλά και έχει επιτρέψει, μέσα από την ανάπτυξη των Ευρωπαϊκών προγραμμάτων, σε φοιτητές τη συνέχιση των σπουδών τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το ζητούμενο για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια είναι πλέον η διαμόρφωση της ιδιαίτερης ταυτότητας του καθενός: μερικά από αυτά θα μπορούσαν να επικεντρωθούν στις μεταπτυχιακές σπουδές, άλλα στην έρευνα, τις κοινωνικές επιστήμες κλπ.
Από το 1946 έγιναν πολλές μεταρρυθμίσεις στα πανεπιστήμια. Κάθε φορά γινόταν προσπάθεια να αλλάξουν τα πανεπιστήμια στην Τουρκία, ώστε να ανταποκριθούν στις εκάστοτε ανάγκες της κοινωνίας, ενώ τα πανεπιστήμια είναι γενικά θεσμοί που αποβλέπουν στην αλλαγή της κοινωνίας –ίσως γι’ αυτό οι προσπάθειες δεν υπήρξαν γενικά επιτυχημένες. Για να μπορέσουν αλλάξουν την κοινωνία τα πανεπιστήμια θα πρέπει να απαλλαγούν από τις έξωθεν παρεμβάσεις και να αυτονομηθούν.[