ΤΕΥΧΟΣ 5

ΤΕΥΧΟΣ 5

ΤΕΥΧΟΣ 5

Φθινόπωρο 2005

EDITORIAL

Α. Καζαμίας, Δ. Ματθαίου

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Σκοπός του άρθρου είναι να διερευνήσει τα όρια και τις δυνατότητες της ‘Ανοιχτής Μεθόδου Συντονισμού’ (ΑΜΣ) όπως αυτή διατυπώθηκε στο πλαίσιο των πολιτικών της ΕΕ στη δεκαετία του ΄90 και ιδιαίτερα όπως εκφράστηκε στη Στρατηγική της Λισσαβώνας κατά την υλοποίηση του Προγράμματος ‘Εκπαίδευση και Κατάρτιση 2010’.
Ως βασικούς ερμηνευτικούς άξονες της προσέγγισης θεωρούμε τους ακόλουθους : Η ‘ΑΜΣ’ αντιπροσωπεύει βασική σύγχρονη εκδοχή του ‘συγκριτικού επιχειρήματος’ στον ευρωπαϊκό εκπαιδευτικό χώρο και συνδέεται άμεσα με τη συγκρότηση του ‘καθεστώτος αλήθειας’ και τους ‘σχηματισμούς του λόγου’ στο πλαίσιο της ‘Ευρώπης της Γνώσης’. Η ‘ΑΜΣ’ ως διαδικασία διαμεσολάβησης των σχέσεων εξουσίας – γνώσης στο ευρωπαϊκό επίπεδο, συνδέεται με τον έλεγχο του σχεδιασμού των εθνικών εκπαιδευτικών πολιτικών με σκοπό τη συγκρότηση του ευρωπαϊκού εκπαιδευτικού χώρου. Τέλος, η ‘ΑΜΣ’ ως πολιτικός και κοινωνικός ‘ιδεότυπος’, αποτελεί κεντρικό εργαλείο των τεχνοκρατών/επαγγελματιών για την εκφορά σύγχρονων ‘τεχνολογιών’ (συμμετοχής, αξιολόγησης, επιτήρησης) και εισαγωγής νέων ‘πανοπτισμών’ στο χώρο της εκπαίδευσης.
Στο κείμενο εξετάζονται η συγκρότηση της ΑΜΣ ως ‘συγκριτικού επιχειρήματος’, επιχειρείται η διασάφηση του ‘καθεστώτος αλήθειας’ που την καθιέρωσε και διερευνώνται πτυχές εκφοράς της ΑΜΣ ως πολιτικής ‘εκμάθησης’, ως πρακτικής ‘θέασης’, ως τεχνολογίας ‘επιτήρησης’ και ως προτύπου ‘διακυβέρνησης’ στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η έννοια της διαθεματικότητας έχει εισέλθει στον κυρίαρχο εκπαιδευτικό λόγο στην Ελλάδα μετά την ολοκλήρωση (2003) του Διαθεματικού Ενιαίου Πλαισίου Προγραμμάτων Σπουδών (ΔΕΠΠΣ) για την υποχρεωτική εκπαίδευση και την έναρξη της συγγραφής του σχετικού υποστηρικτικού εκπαιδευτικού υλικού. Ταυτόχρονα, οι διαθεματικές προσεγγίσεις, είτε αυτές αναφέρονται στην εισαγωγή καινοτόμων διαδικασιών στα σχολικά προγράμματα, είτε στην προώθηση των «νέων βασικών δεξιοτήτων», είτε στην καλλιέργεια των στάσεων, συμπεριφορών και αξιών για τη δημοκρατία, την κοινωνική συνοχή και πρόοδο, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, τόσο σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσο και σε επίπεδο Ευρωπαϊκών εθνικών κυβερνήσεων.
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τόσο η ποικιλία των εκφάνσεων με τις οποίες εμφανίζεται η παράμετρος της διαθεματικότητας ως ιδεολογία και ως πρακτική, όσο και τα σχετικά ερευνητικά ευρήματα και επιστημονικές αναζητήσεις. Στην παρούσα μελέτη εφαρμόζεται η μέθοδος της κριτική πολιτικής ανάλυσης μέσα από εργαλεία ειδικά διαμορφωμένα για πολιτικές που αναφέρονται στο μικροεπίπεδο της σχολικής τάξης, ώστε να αναλυθούν το κείμενο του ΔΕΠΠΣ και το κείμενο του Εθνικού Αναλυτικού Προγράμματος (National Curriculum) του Ηνωμένου Βασιλείου. Μέσα από συγκριτική αντιπαραβολή των ευρημάτων της συγκεκριμένη ανάλυσης «φωτίζεται» η έννοια της διαθεματικότητας και αναδεικνύεται η σημασία του εγχειρήματος που προωθείται με το ΔΕΠΠΣ και τις συνακόλουθες παιδαγωγικές υποστηρικτικές δράσεις.

Οι οργανωτικές δομές των πανεπιστημίων δεύτερης ευκαιρίας ή εναλλακτικών πανεπιστημίων ή των ανοικτών πανεπιστημίων ή ακόμη των εξ αποστάσεως πανεπιστημίων έχουν διαφορετική καταγωγή και διέπονται από ξεχωριστές πρακτικές σε σύγκριση με άλλους εκπαιδευτικούς θεσμούς.  Η ουσιαστική διαφορά τους όμως δεν βρίσκεται στην οργανωτική τους ταυτότητα, αλλά στη συνειδητή ιδεολογική θεώρηση που έδωσε ώθηση στην ίδρυσή τους και στην ανάπτυξή τους. Οι αρχικές  επιλογές για το περίγραμμα της φυσιογνωμίας τους και η στρατηγική που ακολούθησαν σε θέματα οργάνωσης και εκπαιδευτικής πολιτικής καθόρισαν τη λογική της ύπαρξής τους. Το κείμενο αυτό έχει σκοπό να διερευνήσει αυτή την πορεία και να αναδείξει τα σημεία εκείνα που ορίζονται από τις διαφορετικές θεωρήσεις και επιλογές. Ταυτόχρονα, επιχειρεί  να παρατηρήσει τη μετεξέλιξή τους με βάση εκπαιδευτικά και παιδαγωγικά δεδομένα.

Επισημαίνοντας τις σημαντικές μεταβολές που έχουν παρατηρηθεί τα τελευταία χρόνια διεθνώς σε παραδοσιακούς χώρους δημόσιας ευθύνης, το άρθρο αναζητά κατ’ αρχάς τις επιπτώσεις που αυτές έχουν στην αντιμετώπιση των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης από τις κρατικές/ κυβερνητικές αρχές. Πιο συγκεκριμένα, εστιάζει στη σταδιακή μεταλλαγή του κράτους από παροχέα σε καταναλωτή υπηρεσιών με τη προοδευτική απόσυρση του Δημοσίου από χώρους ευθύνης, όπως η υγεία και η εκπαίδευση, σε μεγάλο μέρος του σύγχρονου κόσμου (όχι μόνο σε «αγγλοαμερικανικού» τύπου δημοκρατίες, αλλά και σε πρώην κομμουνιστικές χώρες και μεγάλα τμήματα του αναπτυσσόμενου κόσμου). Η εξέλιξη αυτή έχει εισάγει στους χώρους αυτούς κανόνες, νόρμες και όρους («παραγωγικότητα», «αποδοτικότητα», «πελάτες») που μέχρι πρότινος συναντιόταν μόνο στον κόσμο των επιχειρήσεων. Η δημιουργία τέτοιων «οιονεί αγορών» εντός του δημόσιου τομέα συνδυάζεται με α) μια μείωση και β) μια αυξημένη επιλεκτικότητα των κρατικών χρηματοδοτήσεων. Ο έλεγχος των τελευταίων από το κράτος αποτελεί έναν λιγότερο εμφανή, αλλά εξίσου αποτελεσματικό τρόπο παρέμβασης στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα μέσω της λεγόμενης «καθοδήγησης από απόσταση» (‘steering from a distance’- Marceau 1993, Kleeman 2003). Για τα πανεπιστήμια, που, σε μια εποχή μεγάλης μαζικοποίησης και ετερογένειας του φοιτητικού δυναμικού, καλούνται να «καταφέρουν όλο και περισσότερα με όλο και λιγότερα», οι νέες συνθήκες επιφέρουν αυξημένο ανταγωνισμό για την προσέλκυση φοιτητών, οικονομικών πόρων και ακαδημαϊκού προσωπικού. Εδώ, σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν οι διαδικασίες αξιολόγησης της ποιότητας των πανεπιστημίων, που είναι καθοριστικές για την κατάταξή τους στους δημοσιοποιούμενους από διεθνείς οργανισμούς και εθνικές κυβερνήσεις αξιολογικούς.
Στόχος του άρθρου είναι να εξετάσει τις αλλαγές στις οποίες οδηγούνται τα πανεπιστήμια στην Αυστραλία λόγω των σύγχρονων τρόπων αξιολόγησής τους από το κράτος. Στην ανάλυσή του ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι προκύπτουν αξιοσημείωτες ανακολουθίες μεταξύ των στόχων που τίθενται και των αποτελεσμάτων που προκύπτουν σε δύο κυρίως κατευθύνσεις: Πρώτον, οι στόχοι της διασφάλισης ποιότητας, αποδοτικότητας και απόδοσης (performativity) συχνά οδηγούν στην πράξη στα αντίθετα των επιδιωκομένων αποτελεσμάτων. Και δεύτερον, η κρατική «καθοδήγηση από απόσταση», παρά τη διακηρυσσόμενη στόχευσή της στην ενίσχυση της θεσμικής αυτονομίας της ανωτάτης εκπαίδευσης, καταλήγει μάλλον σε στενότερο έλεγχο και διόγκωση των απαιτήσεων από αυτήν.
Ο Welch ανατρέχει στις απαρχές της ανώτατης εκπαίδευσης της Αυστραλίας, στα μέσα του 19ου αιώνα, όταν, ακολουθώντας το πρότυπο του “Oxbridge”, η αντίστοιχη «αξιολόγηση» των πανεπιστημίων ήταν έργο της ίδιας της ακαδημαϊκής κοινότητας, χωρίς κανένα συστηματικό ή επίσημο χαρακτήρα.
Αντίθετα, με το μοντέλο που έχει διαμορφωθεί σήμερα, τα πανεπιστήμια υπόκεινται τόσο σε εσωτερική (με τη συγκέντρωση εγγράφων και τη σύνταξη εκθέσεων) όσο και εξωτερική αξιολόγηση. Η τελευταία είναι από το 2000 έργο της Australian Universities Quality Agency, η οποία δημοσιεύει τα αποτελέσματα των αξιολογήσεων σε εκθέσεις που αποτιμούν την κάλυψη προκαθορισμένων δεικτών και standards ποιότητας. Κάθε πανεπιστήμιο υποχρεούται να καταρτίζει ετήσια Σχέδια Διασφάλισης και Βελτίωσης της Ποιότητας, με πληροφορίες για τις επιδόσεις του στη διδασκαλία και την έρευνα. Τα Σχέδια και οι εκθέσεις τίθενται υπό την κρίση επιτροπών, που, στην περίπτωση τμημάτων με σαφή επαγγελματική προοπτική (όπως π.χ. των Μηχανικών ή των Φαρμακοποιών), στελεχώνονται από επιφανείς προσωπικότητες των αντίστοιχων επαγγελματικών κλάδων. Όσα από τα τμήματα παρουσιάσουν ανεπαρκή αποτελέσματα διακινδυνεύουν την επαγγελματική τους διαπίστευση, ενδεχόμενο που είναι επόμενο να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη από το πληττόμενο τμήμα, αφού απειλεί την «απασχολησιμότητα» των αποφοίτων του, κατά συνέπεια το κύρος και εντέλει την ίδια τη βιωσιμότητά του. Με τον τρόπο αυτό, τα αποτελέσματα των αξιολογήσεων λειτουργούν ως μέσο στενότερης πρόσδεσης των πανεπιστημίων στους κυβερνητικούς σχεδιασμούς και προτεραιότητες.
Όσον αφορά τις διαδικασίες αξιολόγησης/ συμμόρφωσης στις νόρμες καθαυτές, το άρθρο επικαλείται έρευνες στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι οποίες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το κόστος τους (οικονομικό, ανθρώπινης ενέργειας και εκτροπής των ακαδημαϊκών από τα κύρια καθήκοντά τους) είναι πλέον τέτοιου ύψους, ώστε να υπερβαίνει τα όποια οφέλη· μια πραγματικότητα που ο συγγραφέας θεωρεί ότι αντανακλά και την κατάσταση των αυστραλιανών πανεπιστημίων.
Αναφερόμενος στο ίδιο το περιεχόμενο της αποδοτικότητας, ο Welch θεωρεί ότι αυτή υποκρύπτει το στόχο της μείωσης του κόστους, την «επαγγελματικοποίηση» των προγραμμάτων σπουδών και την τάση εισαγωγής επιχειρηματικών αρχών και ήθους στα δημόσια εκπαιδευτικά ιδρύματα, ιδιαίτερα μάλιστα σε περιόδους που η ανερχόμενη ζήτηση και οι υψηλές προσδοκίες για την εκπαίδευση προσθέτουν δυσβάσταχτα βάρη στον κρατικό προϋπολογισμό. Σε περισσότερο θεωρητικό επίπεδο, ο συγγραφέας, ανατρέχοντας στον Habermas, προσάπτει στην επικρατούσα αντίληψη περί απόδοσης/ αποδοτικότητας έναν υποβόσκοντα οικονομισμό και μια διάθεση παραμερισμού της ηθικής διάστασης στην αντιμετώπιση των κοινωνικών ζητημάτων.