ΤΕΥΧΟΣ 8

ΤΕΥΧΟΣ 8

ΤΕΥΧΟΣ 8

Απρίλιος 2007

EDITORIAL

Δ. Ματθαίου

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εξετάζεται, κατ’ αρχήν, η έννοια της Εκπαίδευσης στο σύγχρονο πλαίσιο της μετα-νεωτερικής αντίληψης. Στο πλαίσιο αυτό αναλύονται τα νέα κριτήρια που διαφοροποιούν τις παραδοσιακές αξίες του διαφωτιστικού προτύπου της Εκπαίδευσης από τις νέες, αναπτυσσόμενες αντιλήψεις που εντάσσουν την εκπαιδευτική διαδικασία και τη μετάδοση της γνώσης στις ανάγκες των σύγχρονων τεχνικο-παραγωγικών δομών και αξιολογούν τα αποτελέσματά της σύμφωνα με τα οικονομικά-παραγωγικά κριτήρια της αγοράς.
Η μετατόπιση των αξιακών-ρυθμιστικών πλαισίων της Εκπαίδευσης συνδέεται ευθέως με μια αντίστοιχη μετατόπιση του πλαισίου κοινωνικοποίησης των νέων ανθρώπων: Το παραδοσιακό “σχήμα” κοινωνικοποίησης «σχολείο-οικογένεια-κοινότητα» δίνει σταδιακά τη θέση του στο επικοινωνιακό πλέγμα των Μ.Μ.Ε. και στο αξιακό πλαίσιο που εκπορεύεται από το ατομικιστικό-ιδιωτικό πρότυπο της οικονομίας της αγοράς.
Οι κρίσιμες αυτές αλλαγές επιφέρουν αντίστοιχες τροποποιήσεις στο μεθοδολογικό-γνωσιακό “σχήμα” της Εκπαίδευσης. Εκπίπτει σταδιακά η προτεραιότητα για την καλλιέργεια της μεθόδου, της συγκριτικής ανάλυσης, της κριτικής σκέψης και αντικαθίσταται από την πλήρη εξειδίκευση, τη συλλογή πληροφοριών, την εναρμόνιση του τύπου της παρεχόμενης γνώσης προς τις ανάγκες της παραγωγικής δομής και του ευρύτερου καταμερισμού της εργασίας. Τίθεται συνεπώς στο πεδίο της εκπαιδευτικής διαδικασίας το στρατηγικού τύπου ερώτημα: με βάση ποιες μεθόδους και μέσα από ποια εκπαιδευτικά σχήματα είναι δυνατόν οι τεχνικές καινοτομίες, οι εξελίξεις στην πληροφόρηση και την επικοινωνία, οι νέες ανάγκες που προκύπτουν από τις αλλαγές στην εργασιακή-παραγωγική δομή μπορούν να εναρμονισθούν με την ανάπτυξη της μεθοδικής γνώσης και της εμπεδωμένης κριτικής ανάλυσης;

Ανιχνεύονται θεωρητικές προκείμενες και εμπειρικό υλικό για τον κοινωνικό έλεγχο στην ελληνική εκπαίδευση που φωτίζουν νέες πτυχές των σχετικών ζητημάτων. Προκύπτει ότι, η προσέγγιση που δέχεται ότι ο κρατικός έλεγχος της εκπαίδευσης αναφορικά με τη γνώση που μεταδίδεται στο σχολείο είναι ασφυκτικός, είναι ίσως απλοποιητική. Στην εργασία εξετάζεται πώς ο κοινωνικός έλεγχος στην εκπαίδευση ασκείται από το ίδιο το κοινωνικό σώμα και όχι τόσο από την αυταρχική κρατική εξουσία. Δεν εκφράζεται με την ενεργοποίηση θεσμικών ομάδων της (νεωτερικής) κοινωνίας πολιτών, αλλά ως ad hoc έλεγχος από τους εκπαιδευτικούς και τους γονείς. Εξετάζεται δηλαδή πώς η επιτήρηση γίνεται μέσα στο και από το κοινωνικό σώμα και δεν συνιστά έλεγχο και καταπίεση εκ των άνω από την κεντρική εξουσία. Η επιτήρηση εκφράζεται ως δράση μεμονωμένων ατόμων που, όμως, δρουν ομοιόμορφα και προς την ίδια κατεύθυνση της κυρίαρχης αντίληψης για το τι είναι χρήσιμη γνώση, με τρόπο που τους προσδίδει νομιμοποίηση και μαζικότητα στο αποτέλεσμα, ώστε να μην αμφισβητούνται.

Σκοπός της εργασίας είναι η ανίχνευση της αξιοποίησης κάποιων θεωρητικών προκείμενων για τη μελέτη του κοινωνικού ελέγχου στην ελληνική εκπαίδευση. Για το σκοπό αυτό θα παρουσιαστούν (α) σημεία θεωρητικών προτάσεων και (β) υλικό από την ερευνητική καταγραφή λόγου και πρακτικών κοινωνικών υποκειμένων που εμπλέκονται στον εκπαιδευτικό θεσμό σε καθημερινή βάση. Στην εργασία αυτή δηλαδή παρουσιάζεται εμπειρικό υλικό σε πρώτη επεξεργασία, από ερευνητικό πρόγραμμα σε εξέλιξη. Έτσι, ο αναγνώστης δεν θα βρει στο κείμενο αυτό αναφορές σε άλλες εργασίες που ενδεχομένως μελετούν τον κοινωνικό έλεγχο στην ελληνική εκπαίδευση από οποιαδήποτε σκοπιά. Η επιλογή αυτή, όσο και αν φαίνεται εκ πρώτης όψεως ανορθόδοξη, κρίνεται ως αναγκαίο βήμα στην παρούσα φάση της έρευνας.

Στο πρώτο μέρος αυτής της εργασίας οι συγγραφείς παραθέτουν μια συνοπτική εννοιολόγηση της Κοινωνίας της Γνώσης και στη συνέχεια εξετάζουν το σχετικό με την Κοινωνία της Γνώσης ρηματικό λόγο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αυτός παρουσιάζεται σε σημαντικά κείμενα των θεσμικών οργάνων της Ένωσης.
Με βάση τη διεθνή βιβλιογραφία οι συγγραφείς διακρίνουν ως καταστατικά στοιχεία της Κοινωνίας της Γνώσης:
Την επανάσταση των Τεχνολογιών Πληροφόρησης και Επικοινωνίας, και το Επιστημολογικό παράδειγμα της Πληροφορίας / Επιστημών (Manuel Castells)
Την Οικονομική Παγκοσμιοποίηση – η σπουδαιότητα της Γνώσης (κυρίως της «κωδικοποιημένης γνώσης» – D. Guile) για τη συσσώρευση του κεφαλαίου και τη βιώσιμη ανάπτυξη
Την τεχνοεπιστημονική εργαλειακή ορθολογικότητα
Την αντίληψη της Γνώσης ως εμπορεύσιμου αγαθού
Την αλλαγή στις μορφές οργάνωσης της καθημερινής ζωής και της εργασίας («οργανισμός μάθησης», «ευέλικτο εργατικό δυναμικό», «εργάτης της γνώσης»)
Τις νέες μορφές αποκλεισμού / εγκλεισμού (π.χ. το «ψηφιακό χάσμα»)
Από την ανάλυση επιλεγμένων κειμένων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. (π.χ. του «Λευκού Βιβλίου για την Εκπαίδευση και την Κατάρτιση – Διδασκαλία και Μάθηση προς την κοινωνία της Γνώσης» (1995), «Προς μια Ευρώπη της Γνώσης» (1998), «eLearning: Να σκεφτούμε τα σχολεία του αύριο» (1999), «Εκπαίδευση – Κατάρτιση 2010», (2002), κλπ.) οι συγγραφείς συμπεραίνουν ότι ο λόγος που διατυπώνεται για την εκπαίδευση για την Κοινωνία της Γνώσης από τα Ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, βασίζεται σε μια σειρά από έννοιες κλειδιά, όπως:
Πρωταρχικά Εκπαίδευση και Κατάρτιση κι όχι Παιδεία
Ευρεία Γνωστική Βάση κι όχι γενική παιδεία (general education, Algemeine Bildung, Culture Generale) αλλά μάλλον πληροφορίες
Μικρής διάρκειας γνωστικές, επαγγελματικές και κοινωνικές Δεξιότητες, που αξιολογούνται εύκολα και άμεσα και ανανεώνονται συνεχώς.
Ικανότητες (θεωρητικές, πρακτικές, γνωστικές) περισσότερο εργαλειακές, όχι αισθητικές και ηθικές προδιαθέσεις / κλίσεις και κοινωνικές αρετές, δηλαδή Παιδεία της Ψυχής
Ανταγωνιστικότητα, απασχολησιμότητα, καινοτομία, δημιουργικότητα, παραγωγικότητα, πιστοποίηση, ατομική ευθύνη,
Σ’ αυτό το πλαίσιο η Εκπαίδευση και Κατάρτιση είναι μέσα για την απόκτηση «συγκριτικού πλεονεκτήματος»: ώστε η Ευρ. Ένωση «να γίνει η πιο ανταγωνιστική και δυναμική οικονομία της γνώσης στον κόσμο, ικανή για βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη, συνοδευόμενη από ποσοτική και ποιοτική βελτίωση της απασχόλησης και μεγαλύτερη κοινωνική συνοχή». Έχει ως πρώτη προτεραιότητα την ενίσχυση της δια βίου μάθησης, την εκπαίδευση στις ΤΠΕ, και δίνει έμφαση στην «ποιότητα» την «αποτελεσματικότητα» και τη «λογοδοσία» προς την «πελατεία», ευνοώντας με τον τρόπο αυτό συγκεκριμένες μορφές γνώσης απέναντι σε άλλες.
Οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι αυτού του είδους η Κοινωνία της Γνώσης και η συναφής Οικονομία της Γνώσης, απαιτούν από τα σχολεία και τα πανεπιστήμια να παρέχουν εκπαίδευση και κατάρτιση, να παράγουν γνώση και να αναπτύσσουν δεξιότητες που πιστεύεται ότι θα είναι εργαλειακά χρήσιμες για την απασχολησιμότητα και τις «ανάγκες της ζωής» (του ζειν). Ανταποκρινόμενα στις απαιτήσεις αυτές, τα σχολεία και τα πανεπιστήμια διατρέχουν τον κίνδυνο να δώσουν μικρότερη έμφαση σε μια από τις κύριες εκπαιδευτικές λειτουργίες τους, που είναι η παροχή παιδείας για την καλλιέργεια του «μυαλού και της ψυχής», της πεμπτουσίας της ανθρώπινης ύπαρξης και της «καλής ζωής» (του ευ ζειν). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το είδος της εκπαίδευσης που απαιτείται από αυτή την Ευρωπαϊκή Κοινωνία της Γνώσης ελαχιστοποιεί την ατομική δυνατότητα για έστω και την υποθετική απαίτηση οικονομικής συμμετοχής, ούτε καν ατομικής αυτονομίας και κοινωνικής και πολιτισμικής συμμετοχής που είναι θεμελιώσεις στόχοι σε μια δημοκρατική, πολυπολιτισμική και ισότιμη κοινωνία.
Αυτή η εικόνα της κοινωνίας και η αντίστοιχη εκπαιδευτική κουλτούρα, θεωρούν οι συγγραφείς, δημιουργεί μια «εικονική» κοινωνία και μια απ-άνθρωπη δυστοπία. Χρησιμοποιώντας ως μεταφορά την περίφημη αλληγορία του Σπηλαίου του Πλάτωνα, παραλληλίζουν την κατάσταση αυτή με την Πλατωνική κατάσταση της «μη – παιδείας» (όπου παιδεία εννοείται η καλλιέργεια του μυαλού και της ψυχής) και παράδοξα της «μη αληθινής γνώσης», όπου μια τέτοια Κοινωνία της Γνώσης στην ουσία τοποθετεί το άτομο σε ένα εικονικό «σπήλαιο», ελαχιστοποιώντας τις αισθητικές δεξιότητες που πιθανόν θα αναπτύσσονταν διαμέσου της ανθρωπιστικής γνώσης.
Με βάση τα παραπάνω οι συγγραφείς υποστηρίζουν την ανάγκη εξανθρωπισμού της Ευρωπαϊκής Κοινωνίας της Γνώσης, με την επαν-ανακάλυψη της Παιδείας, δηλαδή της καλλιέργειας του ανθρώπινου μυαλού και της ψυχής. Υποστηρίζουν δηλαδή την ανάγκη να διαμορφωθεί ένας αντι-ηγεμονικός λόγος, ένα νέο παράδειγμα που να ευνοεί μια επαν-εφευρεθείσα έννοια της ανθρωπιστικής παιδείας, να αναζωογονεί τον «Προμηθεϊκό ουμανισμό» καλλιεργώντας «όλες τις ανθρώπινες τέχνες»: τις ανθρωπιστικές σπουδές , την επιστήμη και την τεχνολογία και να αποσκοπεί στην ανάπτυξη στοχαστικών, δημοκρατικών πολιτών.

Η αναζήτηση και ο εντοπισμός των «τάσεων» στις διεθνείς εκπαιδευτικές εξελίξεις αποτελεί προνομιακό πεδίο δράσης δύο τουλάχιστον ομάδων ενδιαφέροντος: των ειδικών επιστημόνων της αγωγής και των πολιτικών. Οι πρώτοι χρησιμοποιούν συχνά τις τάσεις ως εργαλείο ανάλυσης, προκειμένου να βγάλουν σε τάξη και να κατανοήσουν ένα κόσμο από τη φύση του πολύπλοκο και πρωτεϊκό, που μοιάζει συχνά άναρχος και χαοτικός. Οι δεύτεροι αναζητούν στις τάσεις στοιχεία που επιβεβαιώνουν την ορθότητα των πολιτικών που προτείνουν. Στην εργασία που ακολουθεί εντοπίζονται τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά των δύο αυτών κατηγοριών τάσεων και σχολιάζεται κριτικά η προσχηματική και εν πολλοίς στρεβλωτική χρήση του αναλυτικού εργαλείου στο πολιτικό επίπεδο· η μεταλλαγή, με άλλα λόγια, ενός εργαλείου ανάλυσης σε μέσο χειραγώγησης εκπαιδευτικής πολιτικής.